ΤΟΥ ΑΝΤΡΟΥ ΛΑΝΓΚ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ
Πριν βυθιστούμε στην ιστορία του Ράνταλ και της Τζιν, πρέπει να κατανοήσουμε τον τόπο. Τα Σύνορα (Borders) της Σκωτίας είναι μια γη ποτισμένη με αίμα και θρύλους. Εκεί, οι λόφοι είναι πράσινοι αλλά αυστηροί, και τα ποτάμια, όπως ο Τουίντ, κυλούν με έναν ήχο που μοιάζει με ψίθυρο από το παρελθόν. Ο ΑΝΤΡΟΥ ΛΑΝΓΚ, μεγαλώνοντας στο Σέλκερκ, έμαθε να ακούει αυτούς τους ψιθύρους. Για εκείνον, οι νεράιδες δεν ήταν χαριτωμένα πλάσματα των παραμυθιών, αλλά οι «Καλοί Άνθρωποι» —οντότητες αρχαίες, επικίνδυνες και απόμακρες, που ζούσαν στις σκιές των λόφων.
ΜΕΡΟΣ 1: Η ΖΩΗ ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΦΕΡΝΙΛΙ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΜΑΝΑ ΝΑΝΣΥ
Ο πύργος του Φερνιλί δεν ήταν ένα παλάτι. Ήταν ένα οχυρό από γκρίζα πέτρα, χτισμένο για να αντέχει στις επιδρομές και στον χρόνο. Στο ισόγειο, οι τοίχοι είχαν πάχος δέκα πόδια, και τα παράθυρα ήταν μικρές σχισμές, ίσα-ίσα για να χωράει η κάννη ενός όπλου ή το βέλος ενός τόξου.
Εκεί μεγάλωνε ο Ράνταλ Κερ. Οι μέρες του μοιράζονταν ανάμεσα στο κυνήγι στις πλαγιές και στις ατέλειωτες ώρες δίπλα στη μεγάλη εστία του πύργου. Η μητέρα του, η Κυρά του Φερνιλί, ήταν μια γυναίκα με ευγενική καταγωγή αλλά σκληραγωγημένη από τη ζωή στα Σύνορα. Όμως, η πραγματική πηγή της φαντασίας του Ράνταλ ήταν η Νάνσυ.
Η Νάνσυ ήταν η παραμάνα του, μια γυναίκα που έμοιαζε να ανήκει σε άλλη εποχή. Κάθε βράδυ, καθώς το αδράχτι της γύριζε με έναν ρυθμικό ήχο, οι ιστορίες της ζωντάνευαν τις σκιές στους τοίχους.— «Πες μας για τους Πίκτους, Νάνσυ!» ζητούσε ο Ράνταλ, ενώ η Τζιν, η μικρή ορφανή που είχε βρει ο πατέρας του στο πεδίο της μάχης, καθόταν στα πόδια του. — «Οι Πίκτοι, παιδί μου;» άρχιζε η Νάνσυ, χαμηλώνοντας τη φωνή της για να ακούγεται πάνω από το τρίξιμο των ξύλων. «Ήταν μικρόσωμοι άνθρωποι, αλλά τρομεροί. Ζούσαν μέσα στη γη, σε τρύπες που ακόμα και σήμερα μπορείς να βρεις αν ξέρεις πού να κοιτάξεις. Λένε πως όταν ήρθαν οι Σκωτσέζοι, οι Πίκτοι έκρυψαν όλο τον χρυσό τους κάτω από τους λόφους. Αλλά δεν τον άφησαν απροστάτευτο. Έβαλαν ξόρκια, Ράνταλ. Ξόρκια που μόνο το αίμα ή η αθωότητα μπορούν να σπάσουν.»
— «Και πού είναι αυτός ο χρυσός;» ρωτούσε ο Ράνταλ με τα μάτια του να λάμπουν. — «Λένε πως στο Καμπ Χιλ, εκεί που οι κύκλοι των αναχωμάτων αγκαλιάζουν την κορυφή, υπάρχει ένα σημείο που ονομάζεται "Το Μάτι". Εκεί, αν σκάψεις τη σωστή ώρα, θα βρεις πλούτη που ούτε ο Βασιλιάς Ιάκωβος δεν ονειρεύτηκε.»
— «Μη του λες τέτοια πράγματα, Νάνσυ,» παρενέβαινε η Κυρά του Φερνιλί από τη γωνιά της. «Θα γεμίσεις το κεφάλι του με ανόητες ιδέες. Ο χρυσός μας είναι τα πρόβατά μας και η τιμή του ονόματός μας.»
Αλλά ο Ράνταλ δεν την άκουγε. Μέσα του, η σπίθα της αναζήτησης είχε ήδη ανάψει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟΥ ΦΛΟΝΤΕΝ
Το έτος 1513 έμεινε στην ιστορία της Σκωτίας ως η χρονιά που το «άνθος του δάσους» θερίστηκε. Ο Βασιλιάς Ιάκωβος ο Τέταρτος κάλεσε όλη τη χώρα στα όπλα. Ο πατέρας του Ράνταλ δεν μπορούσε να λείψει.
Η σκηνή του αποχαιρετισμού ήταν χαραγμένη στη μνήμη του αγοριού. Ο πατέρας του, ντυμένος με την πανοπλία του, καβαλούσε το μεγάλο μαύρο άλογό του στην αυλή του Φερνιλί.
— «Πρόσεχε τη μητέρα σου, Ράνταλ,» του είπε, ακουμπώντας το βαρύ του χέρι στον ώμο του αγοριού. «Και πρόσεχε την Τζιν. Είσαι ο άντρας του πύργου τώρα.» — «Θα γυρίσεις σύντομα, πατέρα;» ρώτησε ο Ράνταλ, προσπαθώντας να μην κλάψει. — «Θα γυρίσω με τη νίκη, ή δεν θα γυρίσω καθόλου. Στα Σύνορα, ο δρόμος της επιστροφής περνά μόνο μέσα από την τιμή.»
Λίγες εβδομάδες αργότερα, η είδηση έφτασε στο Σέλκερκ. Η μάχη του Φλόντεν ήταν μια σφαγή. Ο Βασιλιάς ήταν νεκρός, και μαζί του όλοι οι ευγενείς της περιοχής. Ο Λόρδος του Φερνιλί δεν γύρισε ποτέ.
Η σιωπή που έπεσε στον πύργο ήταν πιο βαριά από το χιόνι. Η μητέρα του Ράνταλ σταμάτησε να τραγουδά. Η Νάνσυ έγνεθε το μαλλί της με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, σαν να προσπαθούσε να πλέξει έναν τοίχο ενάντια στη δυστυχία. Και η πείνα άρχισε να κάνει την εμφάνισή της. Οι Άγγλοι επιδρομείς, οι Reivers, εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία της Σκωτίας και άρχισαν να κλέβουν τα κοπάδια.
— «Τζιν,» είπε ο Ράνταλ μια μέρα καθώς κοιτούσαν τα άδεια λιβάδια, «πρέπει να βρω τον χρυσό της Νάνσυ. Δεν μπορώ να βλέπω τη μητέρα μου να τρώει μόνο κρίθινο ψωμί και να τρέμει κάθε φορά που ακούει άλογα στο δρόμο.» — «Ο χρυσός της Νάνσυ είναι μαγεμένος, Ράνταλ,» ψιθύρισε η Τζιν. «Προτιμώ να πεινάω παρά να σε χάσω στο Καμπ Χιλ.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΞΕΚΙΝΑ
Ο Ράνταλ όμως είχε πάρει την απόφασή του. Άρχισε να μελετά τους λόφους με το μάτι ενός ιχνηλάτη. Παρατηρούσε πώς έπεφταν οι σκιές το δειλινό, πού φύτρωναν οι παράξενες μανιταρόκυκλοι (fairy rings) και πού το χορτάρι παρέμενε πιο πράσινο από το κανονικό.
— «Πού πας πάλι, Ράνταλ;» τον ρώτησε η Νάνσυ μια μέρα που τον είδε να παίρνει ένα φτυάρι και το παλιό του μαχαίρι. — «Πάω να δω αν οι Πίκτοι άφησαν κάτι για εμάς, Νάνσυ.» — «Πρόσεχε, παιδί μου. Σήμερα είναι η παραμονή του Αγίου Ιωάννη. Τα όρια ανάμεσα στον κόσμο μας και τον δικό τους είναι λεπτά σαν ιστός αράχνης. Αν ακούσεις κουδουνάκια, κλείσε τα αυτιά σου. Αν δεις φως μέσα στην ομίχλη, γύρισε την πλάτη σου.»
Ο Ράνταλ γέλασε με την αυτοπεποίθηση της νιότης. — «Δεν φοβάμαι τους "Καλούς Ανθρώπους", Νάνσυ. Αν μου δώσουν τον χρυσό τους, θα τους ευχαριστήσω. Αν όχι, θα τον βρω μόνος μου.»
Ανέβηκε στο Καμπ Χιλ. Ο ήλιος άρχισε να δύει, βάφοντας τον ουρανό με το χρώμα του αίματος και του χρυσού. Καθώς έσκαβε κοντά σε μια μεγάλη, όρθια πέτρα, ένιωσε μια ξαφνική παγωνιά. Η ομίχλη άρχισε να ανεβαίνει από τον ποταμό, τυλίγοντας τον λόφο σαν σεντόνι.
Ξαφνικά, ο ήχος ενός ασημένιου κουδουνιού ακούστηκε μέσα στη σιωπή. Τλινγκ-τλινγκ.
ΜΕΡΟΣ 2: ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Ο ήχος από τα κουδουνάκια γινόταν όλο και πιο έντονος, ένας γλυκός, ρυθμικός χτύπος που έμοιαζε να ναρκώνει τις αισθήσεις του Ράνταλ. Η ομίχλη γύρω του άρχισε να στροβιλίζεται και μέσα από το λευκό πέπλο ξεπρόβαλε ένα άλογο, πιο λευκό και από το χιόνι που καλύπτει τις κορυφές του Τσιβιότ. Η χαίτη του ήταν στολισμένη με μαργαριτάρια και κάθε φορά που κουνούσε το κεφάλι του, τα ασημένια κουδουνάκια σκορπούσαν μια μουσική που δεν έμοιαζε με καμία γήινη μελωδία.
Πάνω στο άλογο καθόταν μια γυναίκα με τρομακτική ομορφιά. Το δέρμα της ήταν λευκό σαν το κρίνο και τα μάτια της είχαν το χρώμα της βαθιάς θάλασσας πριν από την καταιγίδα. Φορούσε ένα φόρεμα από πράσινο μετάξι, τόσο λεπτό που έμοιαζε φτιαγμένο από τα φύλλα των δέντρων την άνοιξη.
— «Γιατί σκάβεις στη γη μου, θνητέ;» ρώτησε. Η φωνή της δεν ήταν οργισμένη, αλλά είχε μια κρύα γαλήνη που έκανε τον Ράνταλ να ανατριχιάσει. — «Ψάχνω τον χρυσό, Κυρά μου,» απάντησε ο Ράνταλ, προσπαθώντας να κρατήσει τη φωνή του σταθερή. «Το σπίτι μου πεινάει και ο πύργος του Φερνιλί καταρρέει.»
Η Βασίλισσα γέλασε, και το γέλιο της ακούστηκε σαν το κελάρυσμα του νερού πάνω σε παγωμένες πέτρες. — «Ο χρυσός των ανθρώπων είναι σκουριά και λάσπη, Ράνταλ Κερ. Γιατί να μοχθείς κάτω από τον ήλιο και τη βροχή; Έλα μαζί μου. Στη χώρα μου, ο χρυσός είναι φως και ο χρόνος δεν αγγίζει ποτέ το πρόσωπο. Εκεί, ο πατέρας σου δεν πέθανε ποτέ, γιατί ο θάνατος δεν γνωρίζει το δρόμο για το βασίλειό μου.»
— «Ο πατέρας μου είναι εκεί;» ρώτησε ο Ράνταλ με κομμένη την ανάσα. — «Εκεί είναι ό,τι αγάπησες και ό,τι έχασες. Ανέβα πίσω μου, και πριν το φεγγάρι προλάβει να κρυφτεί πίσω από το Κάντονλι, θα πίνεις κρασί από κρύσταλλο και θα ακούς μουσική που θα σε κάνει να ξεχάσεις κάθε πόνο.»
Ο Ράνταλ θυμήθηκε τις προειδοποιήσεις της Νάνσυ, θυμήθηκε το βλέμμα της Τζιν. Αλλά η υπόσχεση για έναν κόσμο χωρίς πόνο και η ελπίδα να δει ξανά τον πατέρα του ήταν πολύ δυνατές. Έδωσε το χέρι του στη Βασίλισσα. Μόλις το άγγιξε, ένιωσε μια παγωνιά να διαπερνά το σώμα του, αλλά ταυτόχρονα μια παράξενη ευφορία. Ανέβηκε στο άλογο και, με ένα σύνθημα της Βασίλισσας, το ζώο πήδηξε μέσα στην ομίχλη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5: ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Το ταξίδι δεν έμοιαζε με τίποτα που είχε ζήσει. Δεν κάλπαζαν στο δρόμο, αλλά πετούσαν πάνω από τα δέντρα και τα ποτάμια. Ο αέρας σφύριζε στα αυτιά του, αλλά δεν τον ένιωθε κρύο.
— «Μην κοιτάξεις πίσω σου, Ράνταλ!» διέταξε η Βασίλισσα. «Αν κοιτάξεις πίσω, το Fairnilee θα γίνει καπνός και εσύ θα πέσεις στο κενό.»
Πέρασαν μέσα από μια σπηλιά που έμοιαζε να οδηγεί στα έγκατα της γης. Εκεί, ο Ράνταλ είδε πράγματα που τον έκαναν να ανατριχιάσει. Είδε ποτάμια από αίμα να κυλούν σιωπηλά —ήταν το αίμα που είχε χυθεί στις μάχες των ανθρώπων επάνω στη γη. Είδε δέντρα που τα κλαδιά τους ήταν φτιαγμένα από ασήμι, αλλά δεν είχαν πουλιά να κελαηδούν.
— «Πού είμαστε;» ψιθύρισε. — «Είμαστε στο δρόμο για τη Χώρα των Νεράιδων,» απάντησε εκείνη. «Εδώ, οι σκιές έχουν φωνή και το φως δεν καίει.»
Ξαφνικά, το σκοτάδι υποχώρησε και μπροστά τους ξεπρόβαλε μια πεδιάδα που φωτιζόταν από ένα αιώνιο λυκόφως. Δεν υπήρχε ήλιος, ούτε φεγγάρι, αλλά τα πάντα έλαμπαν με ένα δικό τους, απόκοσμο φως. Στο κέντρο της πεδιάδας υψωνόταν ένας πύργος από πράσινο μάρμαρο, τόσο ψηλός που η κορυφή του χανόταν στα σύννεφα.
— «Καλώς όρισες στο νέο σου σπίτι, Ράνταλ,» είπε η Βασίλισσα καθώς το άλογο σταμάτησε μπροστά στις χρυσές πύλες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6: ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ
Μέσα στο παλάτι, ο Ράνταλ ένιωσε σαν να βρισκόταν σε ένα όνειρο. Οι αίθουσες ήταν στρωμένες με χαλιά από ζωντανά λουλούδια που δεν μαραίνονταν ποτέ. Εκατοντάδες νεράιδες και ξωτικά χόρευαν σε έναν ρυθμό που έκανε την καρδιά του να χτυπά στον ίδιο σκοπό.
Του πρόσφεραν φαγητό σε ασημένια πιάτα —καρπούς που έμοιαζαν με κοσμήματα. — «Φάε, Ράνταλ,» του είπε ένας ιππότης με πανοπλία από λέπια ψαριού. «Φάε και πιες, και ξέχασε τη λάσπη του Τουίντ.»
Ο Ράνταλ δίστασε. Θυμήθηκε τη Νάνσυ να του λέει: "Αν φας το ψωμί τους, θα γίνεις δικός τους για πάντα". Αλλά η πείνα του ήταν μεγάλη και η μυρωδιά του φαγητού μεθυστική. Δοκίμασε ένα σταφύλι που έμοιαζε με σμαράγδι.
Με την πρώτη μπουκιά, μια παράξενη λήθη άπλωσε το πέπλο της πάνω στο μυαλό του. Η εικόνα της μητέρας του άρχισε να θολώνει. Το πρόσωπο της Τζιν, που μέχρι πριν λίγο ήταν η άγκυρά του, έγινε μια μακρινή, ασαφής ανάμνηση.
— «Πού είναι ο πατέρας μου;» ρώτησε τη Βασίλισσα. — «Εδώ είναι,» είπε εκείνη δείχνοντάς του έναν άντρα που καθόταν σε μια γωνιά και κοιτούσε το κενό. Ο Ράνταλ έτρεξε κοντά του. — «Πατέρα! Είσαι εσύ;» Ο άντρας γύρισε το κεφάλι του. Είχε το πρόσωπο του πατέρα του, αλλά τα μάτια του ήταν άδεια, σαν να μην υπήρχε ψυχή πίσω τους. Δεν τον αναγνώρισε. Δεν του μίλησε.
— «Είναι ευτυχισμένος εδώ,» είπε η Βασίλισσα. «Δεν πονάει πια από τις πληγές του Φλόντεν. Δεν τον νοιάζει αν το Φερνιλί στέκει ή αν έπεσε. Δεν είναι αυτό καλύτερο από το να υποφέρει;»
Ο Ράνταλ δεν ήξερε τι να απαντήσει. Κάτι βαθιά μέσα του, ένα μικρό κομμάτι της ανθρώπινης καρδιάς του που δεν είχε ακόμα κοιμηθεί, του έλεγε πως αυτός ο κόσμος ήταν μια όμορφη φυλακή. Αλλά η μουσική άρχισε πάλι, και ο Ράνταλ άρχισε να χορεύει, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου.
ΜΕΡΟΣ 3: Η ΑΝΑΜΟΝΗ ΣΤΟ ΦΕΡΝΙΛΙ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7: ΤΟ ΚΕΝΟ ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ Ο ΡΑΝΤΑΛ
Πίσω στον κόσμο των ανθρώπων, το επόμενο πρωί ξημέρωσε γκρίζο και κρύο. Η Τζιν ήταν η πρώτη που ξύπνησε και είδε πως το κρεβάτι του Ράνταλ ήταν άδειο. Έτρεξε στην αυλή, φωνάζοντας το όνομά του, αλλά μόνο η ηχώ από τους βράχους της απάντησε.
Ανέβηκε στο Καμπ Χιλ. Εκεί βρήκε το φτυάρι του και το καπέλο του. Το χώμα ήταν ανακατεμένο, αλλά δεν υπήρχε κανένα ίχνος πάλης, κανένα ίχνος από πατημασιές αλόγων —μόνο ένας κύκλος από πατημένο χορτάρι που έλαμπε παράξενα κάτω από την πρωινή δροσιά.
Επέστρεψε στον πύργο με την καρδιά της σφιγμένη. — «Έφυγε, Νάνσυ,» είπε με τρεμάμενη φωνή. «Τον πήραν.» Η Νάνσυ δεν εξεπλάγη. Σηκώθηκε αργά από τη θέση της και κοίταξε προς το βουνό. — «Ήταν γραμμένο, παιδί μου. Ο Ράνταλ είχε το "μάτι" που βλέπει πέρα από την πέτρα. Αλλά μην κλαις. Οι νεράιδες δεν κρατούν τους ανθρώπους για πάντα, εκτός αν εκείνοι το θελήσουν. Ο Ράνταλ είναι δυνατός, αλλά η μαγεία τους είναι παλιά. Τώρα, πρέπει να περιμένουμε.»
— «Πόσο;» ρώτησε η Κυρά του Φερνιλί, που είχε βγει στο κατώφλι, χλωμή σαν θάνατος. — «Επτά χρόνια, Κυρά μου. Οι "Καλοί Άνθρωποι" μετρούν το χρόνο με τα επτά χρόνια. Αν δεν γυρίσει στα πρώτα επτά, θα περιμένουμε άλλα επτά. Και αν ούτε τότε... τότε θα ανήκει στη γη των σκιών μέχρι τη Συντέλεια.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8: Η ΤΖΙΝ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ
Τα επτά χρόνια πέρασαν σαν μια αιώνια βαρυχειμωνιά. Η Τζιν δεν ήταν πια το μικρό κορίτσι που έπαιζε με τον Ράνταλ. Είχε γίνει μια γυναίκα με θλιμμένα μάτια αλλά σταθερό χέρι. Εκείνη κρατούσε πια το Φερνιλί όρθιο. Εκείνη φρόντιζε τα λίγα πρόβατα που είχαν απομείνει, εκείνη παρηγορούσε τη μητέρα του Ράνταλ που μέρα με τη μέρα έχανε την επαφή της με την πραγματικότητα.
— «Γιατί δεν παντρεύεσαι, Τζιν;» τη ρώτησε μια μέρα ένας γείτονας, ο γιος του Λόρδου του Τασίλο. «Είσαι όμορφη και ο πύργος χρειάζεται έναν άντρα να τον προστατέψει.» — «Η καρδιά μου είναι δοσμένη στον Ράνταλ,» απάντησε εκείνη με ηρεμία. — «Ο Ράνταλ είναι νεκρός ή μαγεμένος. Δεν θα γυρίσει ποτέ από το Καμπ Χιλ.» — «Θα γυρίσει. Και όταν γυρίσει, θα βρει το σπίτι του έτοιμο και το κερί μου αναμμένο στο παράθυρο.»
Η Τζιν άρχισε να μαθαίνει από τη Νάνσυ όλα τα μυστικά των βοτάνων και των ξορκιών. Έμαθε πώς να προστατεύει το σπίτι με αλάτι και σίδερο. Έμαθε να διαβάζει τα σημάδια του καιρού και τις κινήσεις των πουλιών. Προετοιμαζόταν για τη νύχτα που ο κύκλος των επτά χρόνων θα έκλεινε.
— «Νάνσυ,» είπε μια νύχτα του Ιουνίου, «πλησιάζει η ώρα. Νιώθω τον αέρα να αλλάζει. Το ποτάμι ακούγεται διαφορετικά απόψε.» — «Έχεις δίκιο, παιδί μου. Σε τρεις νύχτες είναι η παραμονή του Μεσοκαλόκαιρου. Είναι η νύχτα που οι νεράιδες αλλάζουν κατοικία. Είναι η μόνη σου ευκαιρία να τον δεις. Αλλά πρόσεχε: η Βασίλισσα δεν αφήνει εύκολα τα λάφυρά της.»
— «Δεν τη φοβάμαι,» είπε η Τζιν, και στο χέρι της έσφιξε ένα μικρό σιδερένιο μαχαίρι που είχε κρύψει στις πτυχές του φορέματός της. «Η αγάπη μου είναι πιο παλιά από τα δικά της μάγια.»Συνεχίζουμε την αναλυτική εξιστόρηση, εμβαθύνοντας στη δραματική κορύφωση της προσπάθειας της Τζιν να σώσει τον Ράνταλ και στις λεπτομέρειες της μετάβασης από τον κόσμο των παραισθήσεων στην ωμή πραγματικότητα της Σκωτίας.
ΜΕΡΟΣ 4: Η ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΨΥΧΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9: ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ
Η νύχτα της παραμονής του Μεσοκαλόκαιρου έφτασε, και μαζί της μια απόκοσμη ησυχία που σκέπασε όλη την κοιλάδα του Τουίντ. Τα πουλιά είχαν σωπάσει από νωρίς και ακόμη και το ποτάμι έμοιαζε να κυλά πιο σιγά, φοβούμενο να ταράξει τη σιωπή. Η Τζιν, ντυμένη με μια γκρίζα κάπα για να μπερδεύεται με τις σκιές, κατευθύνθηκε προς το Μάιλς Κρος, το σταυροδρόμι όπου οι θρύλοι έλεγαν πως η πομπή των νεράιδων περνά κάθε επτά χρόνια.
Στην τσέπη της ένιωθε το βάρος του σιδερένιου μαχαιριού και στο λαιμό της κρεμόταν ένας σταυρός από ξύλο Rowan, δεμένος με κόκκινη κλωστή —τα μόνα όπλα που μπορούσαν να σταθούν ενάντια στη μαγεία.
— «Μη φοβάσαι, καρδιά μου,» ψιθύρισε στον εαυτό της, αν και τα γόνατά της έτρεμαν.
Ξαφνικά, ένας κρύος άνεμος σηκώθηκε, φέρνοντας μαζί του τη μυρωδιά από άνθη που δεν φυτρώνουν στη Σκωτία. Από μακριά, ένα χλωμό φως άρχισε να τρεμοπαίζει. Ήταν η πομπή. Πρώτα φάνηκαν οι προπομποί, μικρά πλάσματα που πηδούσαν και γελούσαν, κρατώντας δάδες που έκαιγαν με πράσινη φλόγα. Μετά ήρθαν οι ιππότες, με πανοπλίες που έμοιαζαν φτιαγμένες από φτερά εντόμων και φίλντισι.
Στη μέση όλων, πάνω στο λευκό άλογο, καθόταν η Βασίλισσα. Η ομορφιά της ήταν τόσο εκτυφλωτική που η Τζιν χρειάστηκε να κλείσει τα μάτια της για μια στιγμή. Πίσω από τη Βασίλισσα, ακολουθούσε η δεύτερη ομάδα ιππέων. Εκεί, ανάμεσα σε έναν ιππότη με μαύρη πανοπλία και μια νεράιδα με χρυσά μαλλιά, ήταν ο Ράνταλ.
Δεν έμοιαζε με τον Ράνταλ που ήξερε. Ήταν ψηλότερος, πιο χλωμός, και τα μάτια του κοίταζαν το κενό σαν να έβλεπαν έναν κόσμο που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει.
— «Ράνταλ!» ούρλιαξε η Τζιν και όρμησε στο δρόμο της πομπής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10: ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ
Η Βασίλισσα τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου της και η πομπή σταμάτησε απότομα. Ένα παγωμένο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της.
— «Πάλι εσύ, μικρή θνητή; Πιστεύεις πως η αγάπη σου μπορεί να σπάσει τους δεσμούς που πλέχτηκαν στη χώρα μου;» — «Δεν ζητάω χάρη, Βασίλισσα,» απάντησε η Τζιν, τρέχοντας προς το άλογο του Ράνταλ. «Ζητάω το δίκιο μου. Ο Ράνταλ ανήκει στο Φερνιλί, όχι στις δικές σου σκιές!»
Άρπαξε τον Ράνταλ από τη μέση και τον τράβηξε κάτω από το άλογο. Μόλις το δέρμα τους ήρθε σε επαφή, ένα δυνατό κύμα ενέργειας την τίναξε, αλλά εκείνη δεν τον άφησε.
— «Κράτα τον!» φώναξε η Βασίλισσα. «Κράτα τον αν μπορείς, θνητή!»
Εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η τρομακτική δοκιμασία. Η Βασίλισσα άρχισε να μεταμορφώνει τον Ράνταλ στα χέρια της Τζιν. Ξαφνικά, ο Ράνταλ μετατράπηκε σε ένα τεράστιο, κρύο φίδι που τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό της Τζιν, σφίγγοντάς την. Η Τζιν ένιωθε την ανάσα της να χάνεται, αλλά έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε τις συμβουλές της Νάνσυ: "Ό,τι κι αν δεις, ό,τι κι αν νιώσεις, μην αφήσεις τα χέρια σου".
Το φίδι μεταμορφώθηκε σε μια μπάλα από καυτή φωτιά. Η Τζιν ένιωθε τα χέρια της να καίγονται, τη μυρωδιά της καμένης σάρκας να ανεβαίνει, αλλά συνέχισε να τον σφίγγει πάνω της. Μετά, έγινε ένας άγριος λύκος που βρυχόταν και έχωνε τα δόντια του στους ώμους της. Μετά, ένα κομμάτι πάγου που την έκανε να τρέμει μέχρι το μεδούλι.
Τέλος, ο Ράνταλ μεταμορφώθηκε σε ένα γυμνό, ανήμπορο βρέφος που έκλαιγε. Η Τζιν τον τύλιξε με την κάπα της και τον κράτησε σφιχτά στην καρδιά της.
— «Είναι δικός μου!» φώναξε προς τη Βασίλισσα.
Η Βασίλισσα των Νεράιδων έσκυψε από το άλογό της, και το πρόσωπό της για μια στιγμή έδειξε την πραγματική του μορφή: ήταν μια μάσκα από αρχαία οργή και θλίψη.
— «Πάρ’ τον λοιπόν, Τζιν του Φερνιλί. Τον παίρνεις πίσω, αλλά τον παίρνεις "άδειο". Η ψυχή του έμεινε πίσω, να χορεύει στους κρυστάλλινους πύργους μου. Θα έχεις το σώμα του, αλλά θα έχεις έναν ξένο στο σπίτι σου.»
Με μια κίνηση του χεριού της, η πομπή εξαφανίστηκε, αφήνοντας την Τζιν μόνη στο σκοτάδι, να κρατά έναν λιπόθυμο άντρα που ανάσαινε βαριά.
ΜΕΡΟΣ 5: Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11: ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΣΤΟ ΦΕΡΝΙΛΙ
Όταν ο Ράνταλ μεταφέρθηκε πίσω στον πύργο, η χαρά της μητέρας του μετατράπηκε γρήγορα σε απορία. Ο Ράνταλ δεν μιλούσε. Καθόταν δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας προς τους λόφους για ώρες, χωρίς να αναβοσβήνει τα μάτια του. Αν του πρόσφεραν φαγητό, έτρωγε μηχανικά. Αν του μιλούσαν, δεν απαντούσε.
— «Είναι εδώ, αλλά δεν είναι εδώ,» έκλαιγε η Κυρά του Φερνιλί. «Είναι σαν να έφερε μαζί του την ομίχλη του βουνού.»
Η Τζιν όμως δεν εγκατέλειψε. Του μιλούσε κάθε μέρα για τα παιδικά τους χρόνια. Του θύμιζε τις μέρες που ψάρευαν στον Τουίντ, τις ιστορίες της Νάνσυ, το κρύο του χειμώνα.
— «Ράνταλ, κοίταξέ με,» του έλεγε, πιάνοντάς του τα χέρια που ήταν ακόμα γεμάτα από τις ουλές των μεταμορφώσεων. «Είσαι στο σπίτι σου. Το Φερνιλί σε χρειάζεται. Εγώ σε χρειάζομαι.»
Ο Ράνταλ γύρισε το κεφάλι του αργά. — «Η μουσική...» ψιθύρισε για πρώτη φορά μετά από μέρες. «Είναι τόσο ήσυχα εδώ, Τζιν. Γιατί είναι όλα τόσο γκρίζα και βαριά;» — «Γιατί αυτός είναι ο κόσμος των ανθρώπων, Ράνταλ. Είναι βαρύς γιατί είναι αληθινός. Η μουσική εκείνη ήταν ένα ψέμα που σου έκλεβε τη ζωή.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12: Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΚΟΣΜΩΝ
Πέρασαν μήνες. Ο Ράνταλ άρχισε σιγά-σιγά να ανακτά τις δυνάμεις του, αλλά η μελαγχολία του δεν έφευγε. Το μυαλό του ήταν ακόμα διχασμένο ανάμεσα στη λάμψη του παλατιού της Βασίλισσας και τη φτώχεια του πύργου του.
— «Νάνσυ,» ρώτησε μια μέρα τη γριά παραμάνα, «γιατί με έφερε πίσω; Εκεί δεν υπήρχε πείνα. Δεν υπήρχε ο φόβος των Άγγλων επιδρομέων. Εδώ, κάθε μέρα είναι ένας αγώνας.» — «Εκεί δεν υπήρχε ούτε αγάπη, παιδί μου,» απάντησε η Νάνσυ αυστηρά. «Οι νεράιδες δεν μπορούν να νιώσουν πόνο, αλλά δεν μπορούν να νιώσουν και χαρά. Είναι σαν τις εικόνες σε έναν καθρέφτη. Είσαι άνθρωπος, Ράνταλ. Και ο άνθρωπος φτιάχτηκε για να παλεύει με τη γη και να κερδίζει το ψωμί του.»
— «Αλλά το Φερνιλί πεθαίνει, Νάνσυ. Ο χρυσός που έψαχνα... αν τον είχα, όλα θα ήταν διαφορετικά.»
— «Ο χρυσός είναι ακόμα εκεί έξω, Ράνταλ. Αλλά τώρα έχεις το "μάτι". Η Βασίλισσα σου άφησε ένα δώρο χωρίς να το θέλει. Μπορείς να δεις ό,τι είναι κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια. Χρησιμοποίησέ το όχι για να γυρίσεις σε εκείνη, αλλά για να σώσεις εμάς.»
Ο Ράνταλ σηκώθηκε. Για πρώτη φορά, το βλέμμα του είχε μια σπίθα αποφασιστικότητας. Βγήκε στην αυλή και κοίταξε προς το Καμπ Χιλ. Δεν έβλεπε πια μόνο χώμα και πέτρες. Έβλεπε τις φλέβες της γης, τις παλιές κρυψώνες των προγόνων του, τα σημάδια που είχαν αφήσει οι Πίκτοι πριν από αιώνες.Συνεχίζουμε με την ολοκλήρωση της αναζήτησης, την τελική αναμέτρηση με το παρελθόν και την αναγέννηση του Φερνιλί, μέσα από την πλήρη ανάπτυξη των τελευταίων κεφαλαίων.
ΜΕΡΟΣ 6: Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΗΣΑΥΡΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13: ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΠΟΥ ΔΙΑΠΕΡΝΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ
Ο Ράνταλ δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Το πέρασμά του από τη Χώρα των Νεράιδων του είχε αφήσει μια παράξενη κληρονομιά: το «Δεύτερο Βλέμμα». Εκεί που οι άλλοι έβλεπαν μόνο γκρίζους βράχους και λασπωμένα μονοπάτια, ο Ράνταλ έβλεπε τώρα τις αόρατες γραμμές της ιστορίας.
— «Τζιν,» είπε ένα πρωί, «πάρε ένα φτυάρι και έλα μαζί μου στο Καμπ Χιλ. Σήμερα ο ήλιος θα μας δείξει αυτό που οι Πίκτοι έκρυψαν από το φως.» — «Ράνταλ, φοβάμαι,» ομολόγησε η Τζιν. «Κάθε φορά που πλησιάζουμε αυτόν τον λόφο, νιώθω την ανάσα της Βασίλισσας στον σβέρκο μου. Μας άφησε να φύγουμε, αλλά δεν μας ξέχασε.» — «Η Βασίλισσα δεν έχει δύναμη πάνω σε ό,τι είναι αληθινό, Τζιν. Η αγάπη σου με τράβηξε πίσω και η δική μου θέληση θα σώσει το σπίτι μας.»
Ανέβηκαν στον λόφο. Ο αέρας ήταν καθαρός και η μυρωδιά της ρείκης γέμιζε τα πνευμόνια τους. Ο Ράνταλ στάθηκε στο κέντρο των αρχαίων οχυρώσεων. Έκλεισε τα μάτια του και άφησε τις αισθήσεις του να απλωθούν στο έδαφος. Ένιωσε τους παλμούς της γης.
— «Εδώ,» είπε ξαφνικά, δείχνοντας μια επίπεδη πέτρα που καλυπτόταν από πυκνά βρύα. «Αυτή η πέτρα δεν τοποθετήθηκε από τη φύση. Δες τα σκαλίσματα στις άκρες της. Είναι το σημάδι του 'Φιδιού και του Ήλιου'.»
Άρχισαν να σκάβουν με μανία. Το χώμα ήταν σκληρό και γεμάτο ρίζες, αλλά ο Ράνταλ έσκαβε σαν να μην ένιωθε κούραση. Μετά από ώρες, το φτυάρι του χτύπησε κάτι που δεν ακούστηκε σαν πέτρα, αλλά σαν κούφιο μέταλλο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14: Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΩΝ ΘΝΗΤΩΝ
Μετακινώντας μια βαριά πλάκα, αποκαλύφθηκε μια μικρή πέτρινη κρύπτη. Μέσα στο σκοτάδι της γης, κάτι άρχισε να λαμπυρίζει. Δεν ήταν το ψυχρό, απόκοσμο φως της χώρας των νεράιδων, αλλά η ζεστή, βαριά λάμψη του αρχαίου χρυσού.
— «Θεέ μου...» ψιθύρισε η Τζιν, πέφτοντας στα γόνατα.
Μέσα στην κρύπτη βρισκόταν ένας θησαυρός που είχε μείνει ανέγγιχτος για αιώνες. Χρυσά περιλαίμια (torcs) που φορούσαν οι αρχαίοι πολεμιστές, κύπελλα από ασήμι στολισμένα με κεχριμπάρι, και εκατοντάδες νομίσματα που έφεραν τα πρόσωπα ξεχασμένων ηγεμόνων.
— «Είναι αληθινός, Τζιν!» φώναξε ο Ράνταλ, πιάνοντας μια χούφτα νομίσματα. «Νιώσε το βάρος τους! Αυτός ο χρυσός δεν θα γίνει στάχτη τα χαράματα. Είναι ο ιδρώτας και το αίμα των ανθρώπων που έζησαν εδώ πριν από εμάς. Τον άφησαν για να τον βρει εκείνος που θα αγαπούσε τη γη τους όσο κι εκείνοι.»
— «Είναι αρκετός για να σώσουμε το Φερνιλί;» ρώτησε η Τζιν με δάκρυα στα μάτια. — «Είναι αρκετός για να ξαναχτίσουμε όλη την κοιλάδα, Τζιν. Δεν θα υπάρξει ξανά πείνα στον Τουίντ όσο εμείς κρατάμε τα κλειδιά αυτού του πύργου.»
ΜΕΡΟΣ 7: Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15: Η ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ
Τα νέα για την εύρεση του θησαυρού και την επιστροφή της τύχης στον πύργο του Φερνιλί εξαπλώθηκαν σαν την πυρκαγιά στα ξερά χόρτα. Αλλά ο Ράνταλ δεν έγινε ένας αλαζονικός άρχοντας. Θυμόταν καλά τι σημαίνει να πεινάς και τι σημαίνει να ζεις σε έναν κόσμο χωρίς αληθινή ουσία.
Χρησιμοποίησε τον χρυσό με σύνεση:
Επισκευές: Οι τοίχοι του πύργου ενισχύθηκαν και η στέγη δεν άφηνε πια τη βροχή να μπαίνει στα δωμάτια.
Γεωργία: Αγόρασε τα καλύτερα άλογα και πρόβατα, και μοίρασε σπόρους σε όλους τους αγρότες της περιοχής που είχαν πληγεί από τις επιδρομές.
Προστασία: Προσέλαβε έμπειρους άντρες για να φυλάνε τα σύνορα, ώστε οι Reivers να μην τολμήσουν ποτέ ξανά να πατήσουν τη γη του Φερνιλί.
Η μητέρα του, η Κυρά του Φερνιλί, είδε το σπίτι της να ανθίζει ξανά. Η μελαγχολία που την είχε σκεπάσει από τη μάχη του Φλόντεν άρχισε να υποχωρεί, βλέποντας τον γιο της να κυβερνά με δικαιοσύνη και δύναμη.
— «Ο πατέρας σου θα ήταν περήφανος, Ράνταλ,» του είπε μια μέρα καθώς κοίταζαν από τις πολεμίστρες τα κοπάδια που έβοσκαν στις πλαγιές. — «Ο πατέρας μου είναι αναπαυμένος τώρα, μητέρα. Γιατί ξέρει πως το όνομά μας δεν θα χαθεί στην ομίχλη.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16: Ο ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΚΙΑ
Η ημέρα του γάμου του Ράνταλ και της Τζιν ήταν η πιο λαμπρή που είχε δει ποτέ η περιοχή. Άνθρωποι ήρθαν από το Σέλκερκ, το Γκάλαστιλς και το Μέλροουζ για να γιορτάσουν. Η Νάνσυ, ντυμένη με τα καλά της ρούχα, καθόταν στην τιμητική θέση, βλέποντας τα δύο παιδιά που μεγάλωσε να ενώνονται μπροστά στον Θεό και τους ανθρώπους.
Καθώς το γλέντι συνεχιζόταν και οι πίπιζες ηχούσαν στις όχθες του ποταμού, ο Ράνταλ βγήκε για μια στιγμή στην αυλή για να πάρει καθαρό αέρα. Κοίταξε προς το Καμπ Χιλ.
Εκεί, στην άκρη του δάσους, του φάνηκε πως είδε μια λάμψη πράσινη και μια φιγούρα πάνω σε ένα λευκό άλογο. Η Βασίλισσα τον κοίταζε σιωπηλή. Ο Ράνταλ δεν ένιωσε φόβο, ούτε νοσταλγία. Σήκωσε το χρυσό του κύπελλο προς το μέρος της, σαν έναν τελευταίο χαιρετισμό σε έναν κόσμο που δεν τον χωρούσε πια.
Η φιγούρα έκανε μια ελαφριά κλίση του κεφαλιού και μετά χάθηκε μέσα στις σκιές των δέντρων. Η μουσική από τα κουδουνάκια ακούστηκε για μια τελευταία φορά, τόσο σιγανά που θα μπορούσε να είναι και ο ήχος του νερού που κυλάει στις πέτρες.
— «Ράνταλ, πού είσαι;» φώναξε η Τζιν από την πόρτα. — «Εδώ είμαι, Τζιν. Εδώ, στον κόσμο μας.»
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Ο ΘΡΥΛΟΣ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΖΩΝΤΑΝΟΣ
Ο πύργος του Φερνιλί έζησε πολλές ακόμη γενιές. Ο Ράνταλ και η Τζιν απέκτησαν παιδιά και εγγόνια, και η ιστορία του «Χρυσού του Φερνιλί» έγινε το παραμύθι που έλεγαν οι μανάδες στα παιδιά τους τις κρύες νύχτες.
Ο ΑΝΤΡΟΥ ΛΑΝΓΚ, γράφοντας αυτή την ιστορία, μας άφησε ένα μάθημα: πως ο πραγματικός χρυσός δεν είναι αυτός που λάμπει στα παλάτια των φαντασμάτων, αλλά αυτός που κερδίζεται με την αγάπη, την υπομονή και την πίστη στις ρίζες μας.
Σήμερα, αν περπατήσετε στις όχθες του Τουίντ και ανεβείτε στο Καμπ Χιλ, ίσως νιώσετε κι εσείς εκείνη την παράξενη παγωνιά ή ακούσετε έναν ήχο σαν κουδουνάκια. Αλλά μην φοβηθείτε. Όσο υπάρχει η μνήμη του Ράνταλ και της Τζιν, η μαγεία θα είναι πάντα ένας υπηρέτης της καρδιάς και όχι ο αφέντης της.
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο ΑΝΤΡΟΥ ΛΑΝΓΚ (ANDREW LANG) δεν ήταν ένας απλός παραμυθάς· ήταν ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους των γραμμάτων της Σκωτίας.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΡΥΛΟ
Ο ΑΝΤΡΟΥ ΛΑΝΓΚ (1844–1912) γεννήθηκε στο ΣΕΛΚΕΡΚ, στην καρδιά των Συνόρων (BORDERS) της Σκωτίας. Μεγάλωσε σε μια περιοχή όπου κάθε λόφος, κάθε ποτάμι και κάθε ερείπιο είχε τη δική του ιστορία. Αυτά τα τοπία, που αργότερα περιέγραψε με τόση αγάπη στον «ΧΡΥΣΟ ΤΟΥ ΦΕΡΝΙΛΙ», ήταν τα μέρη όπου έπαιζε ως παιδί.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ
Ο Συλλέκτης των Παραμυθιών: Είναι παγκοσμίως γνωστός για τις «ΦΥΛΛΑΔΕΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ» (The Fairy Books), μια σειρά από 12 βιβλία με διαφορετικά χρώματα (Το Μπλε Βιβλίο, Το Κόκκινο κ.λπ.), όπου συγκέντρωσε λαϊκές ιστορίες από κάθε γωνιά του πλανήτη.
Λαογράφος και Ανθρωπολόγος: Ο ΛΑΝΓΚ πίστευε πως τα παραμύθια δεν είναι μόνο για παιδιά, αλλά αποτελούν την «ψυχή» ενός λαού. Μελέτησε τη μυθολογία και τις παραδόσεις με επιστημονικό τρόπο, προσπαθώντας να καταλάβει γιατί οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο διηγούνται παρόμοιες ιστορίες.
Πολυτάλαντη Προσωπικότητα: Εκτός από παραμύθια, έγραψε ποίηση, ιστορικές μελέτες, κριτικές λογοτεχνίας, ακόμη και μεταφράσεις του Ομήρου (Ιλιάδα και Οδύσσεια) που θεωρούνται κλασικές μέχρι σήμερα.
ΓΙΑΤΙ ΕΓΡΑΨΕ ΤΟΝ «ΧΡΥΣΟ ΤΟΥ ΦΕΡΝΙΛΙ»;
Το συγκεκριμένο έργο, που εκδόθηκε το 1888, είναι μια από τις πιο προσωπικές του ιστορίες. Σε αντίθεση με τα άλλα παραμύθια που απλώς συνέλεγε, αυτό το έπλασε ο ίδιος, βασιζόμενος στους θρύλους της πατρίδας του.
Ο ΛΑΝΓΚ ήθελε να δείξει τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους:
Τον Κόσμο των Νεράιδων: Έναν κόσμο πανέμορφο αλλά «άδειο», χωρίς συναίσθημα, χωρίς θάνατο αλλά και χωρίς πραγματική ζωή.
Τον Κόσμο των Ανθρώπων: Έναν κόσμο γεμάτο δυσκολίες, πείνα και απώλειες, αλλά με τη δύναμη της αγάπης, της πίστης και του καθήκοντος.
"Η ιστορία αυτή είναι ένα δώρο στις αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας και στους λόφους που με έμαθαν να ονειρεύομαι."
ΠΕΡΙΛΗΨΗ 1
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΟΥ ΦΕΡΝΙΛΙ
ΤΟΥ ΑΝΤΡΟΥ ΛΑΝΓΚ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΦΕΡΝΙΛΙ
Πριν από τριακόσια και πλέον χρόνια, η ζωή στα Σύνορα της Σκωτίας δεν έμοιαζε καθόλου με τη σημερινή. Οι άνθρωποι δεν ζούσαν σε ανοιχτά σπίτια, αλλά σε πύργους με χοντρούς τοίχους, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αντιμετωπίσουν μια επιδρομή. Ένας τέτοιος πύργος ήταν και το Φερνιλί, χτισμένο πάνω από τα ορμητικά νερά του ποταμού Τουίντ.
Εκεί ζούσε ο μικρός Ράνταλ Κερ, ένας ξανθός νεαρός με μάτια που καθρέφτιζαν το γκρίζο του ουρανού. Μαζί του ήταν η Τζιν, ένα κορίτσι που ο πατέρας του Ράνταλ είχε φέρει στο σπίτι μετά από μια μάχη, όταν την βρήκαν ορφανή και μόνη.
Το σπίτι ήταν γεμάτο από τις ιστορίες της Νάνσυ, της γριάς παραμάνας που δεν άφηνε ποτέ το αδράχτι της. Οι διάλογοι δίπλα στο τζάκι ήταν η μόνη τους διασκέδαση τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
— «Νάνσυ, πες μας πάλι για τους παλιούς ανθρώπους,» ζήτησε ο Ράνταλ μια νύχτα που ο άνεμος λυσσομανούσε στις πολεμίστρες. — «Για ποια πράγματα, παιδί μου; Για τις μάχες ή για εκείνους που ζουν κάτω από το χώμα;» αποκρίθηκε η Νάνσυ, χαμηλώνοντας τη φωνή της. — «Για τον χρυσό!» αναφώνησε ο Ράνταλ. «Για τον χρυσό που λένε πως είναι θαμμένος στο Καμπ Χιλ.»
Η Νάνσυ σταμάτησε να γνέθει και τον κοίταξε σοβαρά. — «Ακούστε με καλά, Ράνταλ και Τζιν. Ο χρυσός εκείνος δεν είναι σαν αυτόν που έχουν οι έμποροι στο Σέλκερκ. Είναι χρυσός μαγεμένος. Λένε πως όταν οι Ρωμαίοι και οι Πίκτοι πολεμούσαν, έθαψαν τους θησαυρούς τους και άφησαν ξόρκια για να τους φυλάνε. Αλλά υπάρχει και ο χρυσός των Νεράιδων. Αυτός είναι ο πιο επικίνδυνος.» — «Γιατί είναι επικίνδυνος, Νάνσυ;» ρώτησε η Τζιν, πλησιάζοντας πιο κοντά στη φωτιά. — «Γιατί σε τραβάει μακριά από τον κόσμο των χριστιανών. Αν τον αγγίξεις χωρίς να ξέρεις τον τρόπο, μπορεί να βρεθείς στη Χώρα χωρίς Επιστροφή.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΦΛΟΝΤΕΝ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΚΙΑ
Η ζωή στο Φερνιλί ήταν ήρεμη μέχρι το καλοκαίρι του 1513. Τότε, ο Βασιλιάς Ιάκωβος κάλεσε όλους τους ιππότες των Συνόρων να πολεμήσουν τους Άγγλους. Ο πατέρας του Ράνταλ, ο Λόρδος του Φερνιλί, φόρεσε την πανοπλία του.
— «Γυναίκα,» είπε στη μητέρα του Ράνταλ, «πρέπει να φύγω. Αν νικήσουμε, θα φέρω πίσω δόξα. Αν όχι, ο Ράνταλ θα είναι ο νέος Κύριος του πύργου.» — «Σε παρακαλώ, γύρισε πίσω,» ψιθύρισε εκείνη. «Ο Τουίντ ακούγεται σαν να θρηνεί σήμερα.»
Ο Ράνταλ παρακολούθησε τον πατέρα του να χάνεται στον ορίζοντα. Λίγες εβδομάδες μετά, τα νέα έφτασαν σαν κεραυνός. Στο Φλόντεν, η άνθηση της Σκωτίας είχε θεριστεί. Ο πατέρας του δεν γύρισε ποτέ.
Η φτώχεια άρχισε να απλώνεται πάνω από το Φερνιλί. Τα κοπάδια λιγόστευαν και οι τοίχοι του πύργου άρχισαν να ραγίζουν. Ο Ράνταλ έβλεπε τη μητέρα του να κλαίει κρυφά και η καρδιά του σφιγγόταν.
— «Τζιν,» της είπε μια μέρα καθώς περπατούσαν στις όχθες του ποταμού, «θα βρω τον χρυσό. Θα τον βρω για να μη χρειαστεί να πεινάσουμε ποτέ ξανά.» — «Μην το λες αυτό, Ράνταλ! Η Νάνσυ λέει πως ο χρυσός ζητάει αντάλλαγμα. Φοβάμαι πως θα σε χάσω.» — «Δεν θα με χάσεις. Θα είμαι προσεκτικός. Αλλά δες πώς έχει καταντήσει το σπίτι μας. Πρέπει να κάνω κάτι.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: ΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΒΟΥΝΟ
Ο Ράνταλ άρχισε να περνά τις μέρες του στο Καμπ Χιλ, ένα αρχαίο οχυρό με διπλά αναχώματα. Έσκαβε με τις ώρες, αλλά δεν έβρισκε παρά μόνο πέτρες και σκουριασμένα κομμάτια από σίδερο.
Μια μέρα, καθώς ο ήλιος έδυε, μια παράξενη ομίχλη άρχισε να ανεβαίνει από το Κάντονλι. Μέσα στην ομίχλη, ο Ράνταλ είδε μια φιγούρα που δεν έμοιαζε με άνθρωπο. Ήταν μια γυναίκα ψηλή, με ρούχα που άλλαζαν χρώμα —από το πράσινο του δάσους στο ασημί της σελήνης.
— «Τι σκάβεις στη γη μου, νεαρέ Ράνταλ;» ρώτησε η γυναίκα. Η φωνή της δεν ήταν σαν τη φωνή της μητέρας του, αλλά σαν τον ήχο του ανέμου στα πεύκα. — «Ψάχνω για τον χρυσό που λένε πως είναι κρυμμένος εδώ,» απάντησε ο Ράνταλ, νιώθοντας τα γόνατά του να τρέμουν. — «Ο χρυσός που ψάχνεις είναι βαρύς και λασπωμένος. Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου; Στο δικό μου βασίλειο, ο χρυσός είναι φως και τα διαμάντια είναι δρόσος πάνω στα φύλλα. Δεν υπάρχει πείνα εκεί, ούτε θάνατος.» — «Ποια είσαι;» — «Είμαι η Βασίλισσα της Χώρας των Νεράιδων. Έλα, ανέβα στο άλογό μου. Μόνο για μια νύχτα.»
Ο Ράνταλ δίστασε. Σκέφτηκε τη μητέρα του, την Τζιν, τη Νάνσυ. Αλλά η μαγεία ήταν δυνατή. Πήδηξε πίσω από τη Βασίλισσα στο λευκό άλογο με τα ασημένια κουδουνάκια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ
Όταν το επόμενο πρωί η Τζιν πήγε στο Καμπ Χιλ για να βρει τον Ράνταλ, βρήκε μόνο το καπέλο του πεταμένο στο χορτάρι. Τον φώναξε μέχρι που η φωνή της έκλεισε, αλλά απάντηση δεν πήρε.
— «Νάνσυ! Νάνσυ!» ούρλιαξε επιστρέφοντας στον πύργο. «Ο Ράνταλ χάθηκε! Το βουνό τον κατάπιε!»
Η Νάνσυ κάθισε στην καρέκλα της και άρχισε να κλαίει σιωπηλά. — «Τον πήραν,» ψιθύρισε. «Τον πήραν οι Καλοί Άνθρωποι. Τώρα δεν ανήκει πια σε εμάς. Θα ζει σε παλάτια από κρύσταλλο, αλλά θα ξεχάσει τη γεύση του ψωμιού και τη ζεστασιά της αγάπης.»
Η μητέρα του Ράνταλ έπεσε σε βαθιά θλίψη. Τα χρόνια άρχισαν να περνούν. Ένας χρόνος, δύο, τρεις... Η Τζιν μεγάλωσε και έγινε μια όμορφη κοπέλα, αλλά ποτέ δεν ξέχασε τον Ράνταλ. Κάθε βράδυ άφηνε ένα κερί στο παράθυρο και κάθε μέρα πήγαινε στο λόφο, ελπίζοντας να δει τη γνώριμη φιγούρα του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5: ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ
Όταν ο Ράνταλ ανέβηκε στο λευκό άλογο της Βασίλισσας, ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Το άλογο δεν κάλπαζε πάνω στο χώμα, αλλά πάνω στην ομίχλη, και ο ήχος από τα ασημένια κουδουνάκια στη χαίτη του έκανε το μυαλό του να θολώνει, διώχνοντας κάθε σκέψη για το σπίτι του.
— «Πού πάμε;» ρώτησε ο Ράνταλ, αλλά η φωνή του ακούστηκε σαν να έρχεται από πολύ μακριά. — «Εκεί που δεν υπάρχει ούτε χθες ούτε αύριο, μικρέ μου θνητέ,» απάντησε η Βασίλισσα, και το γέλιο της ήταν σαν τον κρύσταλλο που σπάει.
Πέρασαν μέσα από ποτάμια που το νερό τους ήταν κόκκινο σαν κρασί και μέσα από δάση όπου τα δέντρα είχαν φύλλα από χαλκό. Τελικά, έφτασαν σε ένα παλάτι που έλαμπε σαν να ήταν φτιαγμένο από παγωμένο φως. Εκεί, ο Ράνταλ είδε εκατοντάδες ανθρώπους να χορεύουν. Φορούσαν ρούχα που έλαμπαν, αλλά τα πρόσωπά τους ήταν χλωμά και τα μάτια τους άδεια.
— «Φάε, Ράνταλ,» του είπε η Βασίλισσα προσφέροντάς του ένα χρυσό μήλο. — «Θυμάμαι πως η Νάνσυ μου είπε να μη φάω τίποτα σε αυτόν τον τόπο,» ψιθύρισε ο ίδιος στον εαυτό του. — «Η Νάνσυ είναι μια γριά που φοβάται τις σκιές της,» είπε η Βασίλισσα περιφρονητικά. «Εδώ ο καρπός δεν σαπίζει ποτέ. Δοκίμασε.»
Ο Ράνταλ έφαγε. Η γεύση ήταν γλυκιά, πιο γλυκιά από οτιδήποτε είχε δοκιμάσει στο Φερνιλί, αλλά μόλις το κατάπιε, η ανάμνηση της μητέρας του άρχισε να ξεθωριάζει. Ξέχασε το κλάμα της, ξέχασε την πείνα, ξέχασε ακόμα και το πρόσωπο της Τζιν. Άρχισε να χορεύει και αυτός μαζί με τους υπόλοιπους.
Μερικές φορές, καθώς χόρευε, ένιωθε μια παράξενη θλίψη. Κοίταζε τα χρυσά κύπελλα και του φαίνονταν σαν ξερά φύλλα. Κοίταζε τους τοίχους και του φαίνονταν σαν γκρίζα ομίχλη. Αλλά η μουσική ξεκινούσε πάλι και οι σκέψεις του χάνονταν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6: Η ΤΖΙΝ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ
Πίσω στον πύργο του Φερνιλί, ο χρόνος κυλούσε βαριά. Η μητέρα του Ράνταλ είχε γεράσει πριν την ώρα της. Τα μαλλιά της έγιναν λευκά σαν το χιόνι του χειμώνα. Η Τζιν όμως δεν έχασε ποτέ την ελπίδα της. Είχε γίνει μια κοπέλα με δυνατή θέληση και καθαρή ματιά.
— «Τζιν, παιδί μου,» της είπε μια μέρα η Νάνσυ, «πρέπει να το αποδεχτείς. Ο Ράνταλ είναι πια ένας από αυτούς. Αν γυρίσει, δεν θα είναι ο ίδιος.» — «Θα γυρίσει, Νάνσυ. Το ξέρω. Κάθε βράδυ στον ύπνο μου τον βλέπω να προσπαθεί να φτάσει στην όχθη του Τουίντ αλλά κάτι τον κρατάει πίσω. Πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος να τον βοηθήσω.» — «Ο μόνος τρόπος είναι η πίστη και το νερό του ποταμού. Οι νεράιδες φοβούνται το τρεχούμενο νερό και το σίδερο. Αλλά ποιος θα τολμήσει να πάει να τον ζητήσει;»
Η Τζιν δεν απάντησε. Άρχισε όμως να μαζεύει βότανα και να διαβάζει τα παλιά σημάδια στους λόφους. Έμαθε πως κάθε επτά χρόνια, οι νεράιδες πρέπει να πληρώσουν έναν φόρο στον κάτω κόσμο και τότε είναι που βγαίνουν στον επάνω κόσμο για να ταξιδέψουν.
— «Φέτος κλείνουν επτά χρόνια,» είπε η Τζιν στη μητέρα του Ράνταλ. «Αυτή τη νύχτα του Μεσοκαλόκαιρου, θα πάω στο σταυροδρόμι. Θα τον περιμένω.» — «Είναι επικίνδυνο, Τζιν. Μπορεί να πάρουν κι εσένα!» — «Ας με πάρουν. Προτιμώ να είμαι μαζί του στη χώρα των σκιών, παρά να ζω εδώ χωρίς αυτόν.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7: Η ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ
Η νύχτα έφτασε. Η Τζιν πήρε μαζί της έναν σταυρό από ξύλο rowan και ένα κομμάτι παλιό σίδερο. Στάθηκε στο σημείο όπου ο δρόμος χωριζόταν για το Σέλκερκ και το Γκάλαστιλς.
Ξαφνικά, ο αέρας πάγωσε. Ένα φως σαν το φωσφόρισμα της σάπιας ξυλείας φάνηκε στο βάθος. Ήταν η πομπή των νεράιδων. Πρώτη ερχόταν η Βασίλισσα πάνω στο λευκό άλογο. Πίσω της ακολουθούσαν οι ιππότες της. Η Τζιν έψαχνε με το βλέμμα της ανάμεσα στις σκιές.
Και τότε τον είδε. Ήταν ένας νέος ψηλός, με χλωμό πρόσωπο και ρούχα που έμοιαζαν με ιστό αράχνης. Ήταν ο Ράνταλ. Τα μάτια του κοίταζαν ευθεία μπροστά, χωρίς να βλέπουν τίποτα.
— «Ράνταλ!» φώναξε η Τζιν και όρμησε μπροστά. Η Βασίλισσα σταμάτησε το άλογό της. — «Ποια είναι αυτή η θνητή που τολμά να εμποδίζει το δρόμο μας;» — «Είμαι η Τζιν του Φερνιλί και ήρθα να πάρω πίσω αυτόν που μου ανήκει!»
Η Βασίλισσα γέλασε. — «Δεν σου ανήκει πια. Έχει φάει το φαγητό μας, έχει πιει το κρασί μας. Ανήκει στη Χώρα των Λόφων.»
Η Τζιν δεν φοβήθηκε. Άρπαξε τον Ράνταλ από το χέρι. Εκείνη τη στιγμή, ο Ράνταλ άρχισε να αλλάζει σχήματα στα χέρια της. Έγινε φίδι, μετά έγινε φωτιά, μετά έγινε ένας κρύος βράχος. Ήταν τα ξόρκια της Βασίλισσας για να την κάνουν να τον αφήσει.
— «Κράτα τον σφιχτά, Τζιν!» φώναξε μια φωνή μέσα στο κεφάλι της. Ήταν η φωνή της Νάνσυ. Η Τζιν τον κράτησε με όλη της τη δύναμη, ακόμα και όταν ένιωθε τα χέρια της να καίγονται. Τέλος, ο Ράνταλ πήρε πάλι την ανθρώπινη μορφή του και έπεσε λιπόθυμος στην αγκαλιά της.
— «Κέρδισες για τώρα, θνητή,» είπε η Βασίλισσα με οργή. «Πάρ’ τον πίσω στον πύργο σου. Αλλά να ξέρεις: ο χρυσός που ζήτησε θα του φέρει μόνο λύπη, μέχρι να μάθει την αλήθεια για το τι είναι πραγματικά πολύτιμο.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8: Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΟΥ ΡΑΝΤΑΛ
Όταν ο Ράνταλ ξύπνησε στο κρεβάτι του στο Φερνιλί, δεν αναγνώρισε τίποτα. Κοίταζε τους πέτρινους τοίχους και του φαίνονταν άγριοι. Κοίταζε το φως του ήλιου και τον τύφλωνε.
— «Πού είναι η μουσική;» ρώτησε σιγανά. — «Δεν υπάρχει μουσική εδώ, Ράνταλ, παρά μόνο το κελάδημα των πουλιών και ο ήχος του ποταμού,» του είπε η Τζιν, κρατώντας του το χέρι. — «Ποια είσαι εσύ;» — «Είμαι η Τζιν. Παίζαμε μαζί στους λόφους, θυμάσαι;»
Ο Ράνταλ έκλεισε τα μάτια του. Σιγά-σιγά, οι αναμνήσεις άρχισαν να επιστρέφουν σαν σκόρπια κομμάτια ενός καθρέφτη. Θυμήθηκε τον πατέρα του να φεύγει για το Φλόντεν. Θυμήθηκε την πείνα. Θυμήθηκε την επιθυμία του να βρει τον χρυσό.
— «Ο χρυσός...» ψιθύρισε. «Πρέπει να βρω τον χρυσό. Η Βασίλισσα είπε πως είναι εδώ, στη δική μας γη.» — «Άσε τον χρυσό, Ράνταλ,» τον παρακάλεσε η μητέρα του. «Είσαι πάλι μαζί μας, αυτό φτάνει.» — «Όχι, μητέρα. Αν δεν τον βρω, το Φερνιλί θα χαθεί. Και τώρα ξέρω πώς να ψάξω. Στη χώρα των νεράιδων είδα πράγματα που οι άνθρωποι δεν βλέπουν. Είδα τις γραμμές της γης. Ξέρω πού κρύβεται η αρχαία κληρονομιά.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9: ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΠΙΚΤΩΝ
Τις επόμενες εβδομάδες, ο Ράνταλ δεν ήταν πια το παιδί που έπαιζε ανέμελα. Ήταν ένας άντρας σοβαρός, με ένα βλέμμα που έμοιαζε να βλέπει μέσα από τα πράγματα. Περπατούσε στο Καμπ Χιλ, αλλά αυτή τη φορά δεν έσκαβε στην τύχη.
— «Βλέπεις αυτή την πέτρα, Τζιν;» ρώτησε δείχνοντας μια μεγάλη, γκρίζα πλάκα μισοθαμμένη κάτω από τις φτέρες. — «Μια πέτρα είναι, Ράνταλ. Υπάρχουν χιλιάδες τέτοιες στους λόφους.» — «Όχι, αυτή έχει πάνω της το σημάδι του 'ματιού'. Οι Πίκτοι την έβαλαν εδώ για να κοιτάζει προς την ανατολή, εκεί που πέφτει η πρώτη αχτίδα του ήλιου το πρωί του χειμερινού ηλιοστασίου. Εκεί που πέφτει η σκιά, εκεί είναι η πύλη.»
Περίμεναν την κατάλληλη μέρα. Η παγωνιά είχε καλύψει τα πάντα. Όταν ο ήλιος αναδύθηκε πίσω από τους λόφους, μια μακριά, λεπτή σκιά σχηματίστηκε στο έδαφος.
— «Εδώ,» είπε ο Ράνταλ, καρφώνοντας το φτυάρι του.
Έσκαβαν για ώρες. Η Τζιν τον βοηθούσε, παρόλο που τα χέρια της είχαν παγώσει. Ξαφνικά, το χώμα υποχώρησε. Δεν βρήκαν ένα σεντούκι, αλλά μια μικρή πέτρινη κάμαρα, χτισμένη με τέχνη αρχαία. Μέσα, υπήρχε ένας σωρός από αντικείμενα που έλαμπαν με ένα φως θαμπό, αλλά αληθινό.
Υπήρχαν χρυσά βραχιόλια, στριφτά σαν φίδια, κύπελλα από καθαρό ασήμι και νομίσματα με πρόσωπα βασιλιάδων που κανείς δεν θυμόταν πια τα ονόματά τους.
— «Είναι ο χρυσός των ανθρώπων,» είπε ο Ράνταλ με ανακούφιση. «Αυτός που κερδήθηκε με κάματο και φυλάχτηκε με αίμα. Αυτόν τον χρυσό μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10: Η ΑΝΘΗΣΗ ΤΟΥ ΦΕΡΝΙΛΙ
Με τον θησαυρό που βρήκαν, η μοίρα του πύργου άλλαξε ριζικά. Ο Ράνταλ δεν κράτησε τα πλούτη μόνο για τον εαυτό του. Αγόρασε σπόρους για τους αγρότες, έφερε νέα κοπάδια από το νότο και επισκεύασε τα σπίτια της περιοχής που είχαν καταστραφεί από τους πολέμους.
Ο πύργος του Φερνιλί έγινε ξανά ένα μέρος γεμάτο ζωή. Οι τοίχοι ασπρίστηκαν, οι κελάρηδες γέμισαν με βαρέλια και το τζάκι δεν έσβηνε ποτέ.
— «Βλέπεις, Νάνσυ;» είπε ο Ράνταλ μια νύχτα, καθώς κάθονταν όλοι μαζί. «Ο χρυσός δεν μας κατέστρεψε.» — «Επειδή τον βρήκες με την Τζιν στο πλευρό σου, παιδί μου,» απάντησε η γριά παραμάνα. «Αν είχες φέρει τον χρυσό των νεράιδων, τώρα θα ήμασταν όλοι σκιές. Αυτός ο χρυσός είναι ευλογημένος γιατί χρησιμοποιήθηκε για να θρέψει τους πεινασμένους.»
Ο Ράνταλ και η Τζιν παντρεύτηκαν την επόμενη άνοιξη, όταν τα λουλούδια κάλυψαν τις πλαγιές του Καμπ Χιλ. Λένε πως στη γαμήλια γιορτή τους, κάποιοι είδαν μια πανέμορφη γυναίκα ντυμένη στα πράσινα να παρακολουθεί από μακριά, πάνω από το ποτάμι, και μετά να χάνεται σαν ομίχλη. Αλλά ο Ράνταλ δεν γύρισε να κοιτάξει. Είχε βρει τον πραγματικό του θησαυρό στα μάτια της Τζιν και στη γαλήνη του σπιτιού του.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΟΥ ΛΑΝΓΚ
Η ιστορία του Ράνταλ Κερ έγινε θρύλος στα Σύνορα. Οι άνθρωποι τραγουδούσαν για το αγόρι που πήγε στη χώρα των νεράιδων και γύρισε για να σώσει το λαό του. Και παρόλο που πέρασαν εκατοντάδες χρόνια και ο πύργος του Φερνιλί έγινε ερείπια, οι ψίθυροι στον άνεμο λένε ακόμα πως κάπου εκεί έξω, ανάμεσα στις σκιές των λόφων, η μαγεία παραμονεύει —περιμένοντας εκείνους που έχουν την καρδιά να την αντιμετωπίσουν.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ 2
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΟΥ FAIRNILEE
ΜΕΡΟΣ 1: ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΤΟΥΪΝΤ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΦΛΟΝΤΕΝ
Πριν από πολλά χρόνια, στο Fairnilee, στις όχθες του ποταμού Τουίντ, ζούσε μια οικογένεια που την έλεγαν Ker. Το σπίτι τους δεν ήταν ένα μεγάλο κάστρο, αλλά ένας πύργος, ένας από τους πολλούς που υπήρχαν τότε στα Σύνορα για προστασία από τις επιδρομές των Άγγλων. Ο πύργος στεκόταν σε μια πλαγιά, και από κάτω του το ποτάμι κυλούσε ανάμεσα σε πλατάνια και βελανιδιές.
Ο μικρός Randal Ker μεγάλωνε εκεί, ανάμεσα στις ιστορίες της παλιάς παραμάνας του, της Nancy, και τις περιπέτειες στους λόφους. Η Nancy ήξερε όλους τους θρύλους για τις νεράιδες που χόρευαν στους "Rhymer’s Glen" και για τους θησαυρούς που ήταν κρυμμένοι στα αρχαία οχυρά των Πίκτων, εκεί που οι λόφοι σχημάτιζαν παράξενους κύκλους.
Όλα όμως άλλαξαν το έτος 1513. Ήταν η χρονιά της μεγάλης μάχης του Φλόντεν. Ο πατέρας του Randal, ο Κύριος του Fairnilee, έπρεπε να φύγει για τον πόλεμο, ακολουθώντας τον Βασιλιά Ιάκωβο Δ' της Σκωτίας.
"Θα επιστρέψω, Randal," του είπε καθώς καβαλούσε το άλογό του. "Και μέχρι τότε, να προσέχεις τη μητέρα σου και τον πύργο μας."
Όμως ο στρατός της Σκωτίας ηττήθηκε. Ο Βασιλιάς έπεσε, και μαζί του οι περισσότεροι ευγενείς των Συνόρων. Ο πατέρας του Randal δεν επέστρεψε ποτέ. Μαζί με τις θλιβερές ειδήσεις, ήρθε και η φτώχεια. Οι Άγγλοι επιδρομείς έκλεβαν τα κοπάδια, οι σοδειές καταστρέφονταν από την παγωνιά, και η ζωή στο Fairnilee έγινε σκληρή.
Η μητέρα του Randal, μια γυναίκα με μεγάλη υπομονή, προσπαθούσε να κρατήσει το σπίτι όρθιο. Όμως ο Randal έβλεπε τα μάτια της να σκοτεινιάζουν κάθε φορά που κοιτούσε τα άδεια κελάρια. Τότε ήταν που άρχισε να σκέφτεται ξανά τις ιστορίες της Nancy.
ΜΕΡΟΣ 2: ΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΧΡΥΣΟ
Η Nancy καθόταν συχνά δίπλα στη φωτιά και έγνεθε το μαλλί της, διηγούμενη στον Randal και στη μικρή του φίλη, την Jean —ένα ορφανό κορίτσι που είχαν υιοθετήσει— για τον "Χρυσό του Fairnilee".
"Λένε, μικρέ μου Randal," ψιθύριζε η Nancy, "πως πριν από πολλά-πολλά χρόνια, όταν οι παλιοί άνθρωποι έπρεπε να φύγουν από τη γη τους, έθαψαν όλο τους τον χρυσό και το ασήμι σε μέρη που μόνο οι νεράιδες γνωρίζουν. Υπάρχει ένας θησαυρός κρυμμένος κάπου εδώ γύρω, κάτω από μια πέτρα ή μια ρίζα δέντρου. Αλλά προσέξτε! Αν κάποιος τον ζητήσει με απληστία, οι νεράιδες θα μετατρέψουν τον χρυσό σε ξερά φύλλα."
Ο Randal την άκουγε με κομμένη την ανάσα. "Πού μπορεί να είναι, Nancy; Στο Caddonlee ή στο Camp Hill;" "Ποιος ξέρει, παιδί μου; Ίσως εκεί που οι σκιές μακραίνουν το δειλινό, ή εκεί που το νερό του ποταμού κάνει τη μεγαλύτερη δίνη."
Αυτές οι κουβέντες ρίζωσαν στο μυαλό του Randal. Ενώ τα άλλα παιδιά έπαιζαν, εκείνος άρχισε να περιπλανιέται στους λόφους, παρατηρώντας κάθε παράξενη πέτρα και κάθε ανάχωμα που έμοιαζε τεχνητό. Ήθελε να βρει τον χρυσό, όχι για τον εαυτό του, αλλά για να δει τη μητέρα του να χαμογελά ξανά και για να ξαναγεμίσει ο πύργος με φωνές και γλέντια όπως παλιά.
ΜΕΡΟΣ 3: Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ RANDAL
Πέρασαν μερικά χρόνια και ο Randal είχε γίνει πια ένα δυνατό αγόρι, αλλά η εμμονή του με τον θησαυρό δεν είχε σβήσει. Ένα απόγευμα, καθώς ο ήλιος έγερνε πίσω από τους λόφους του Caddonlee, ο Randal στεκόταν στην αυλή με την Jean.
— «Jean,» της είπε χαμηλόφωνα, «απόψε είναι η παραμονή του Midsummer. Η Nancy λέει πως αυτή τη νύχτα οι λόφοι ανοίγουν. Θα πάω στο Camp Hill. Ξέρω πως ο χρυσός είναι εκεί.»
— «Μην πας, Randal!» τον παρακάλεσε το κορίτσι, πιάνοντάς τον από το μανίκι. «Φοβάμαι. Η Nancy λέει πως οι Good Folks —οι νεράιδες— δεν θέλουν να τους κατασκοπεύουν. Αν σε πάρουν μαζί τους;»
— «Ας με πάρουν,» απάντησε εκείνος με πείσμα. «Αν φέρω πίσω το χρυσάφι, η μητέρα μου δεν θα χρειαστεί να κλάψει ποτέ ξανά για το νοίκι ή για τα πρόβατα που χάθηκαν στον χειμώνα. Θα γυρίσω πριν το ξημέρωμα.»
Ο Randal έφυγε κρυφά. Ανέβηκε στο βουνό, εκεί όπου τα αρχαία χαρακώματα σχημάτιζαν κύκλους στο χορτάρι. Καθώς το φεγγάρι ανέβαινε, μια παράξενη ομίχλη άρχισε να τυλίγει τα πάντα. Ξαφνικά, άκουσε έναν ήχο σαν χιλιάδες μικρά ασημένια κουδουνάκια. Μια πανέμορφη γυναίκα, ντυμένη στα πράσινα, πάνω σε ένα λευκό άλογο με χαίτη στολισμένη με μαργαριτάρια, σταμάτησε μπροστά του.
— «Ποιος είσαι εσύ που τολμάς να πατάς το χορτάρι μου τέτοια ώρα;» ρώτησε η Βασίλισσα των Νεράιδων, και η φωνή της ήταν σαν το κελάρυσμα του νερού.
— «Είμαι ο Randal Ker του Fairnilee, και ψάχνω τον χρυσό για να σώσω το σπίτι μου,» αποκρίθηκε το αγόρι, τρέμοντας αλλά προσπαθώντας να φανεί γενναίο.
— «Ο χρυσός των ανθρώπων είναι σκουριά για εμάς, Randal Ker. Αλλά αν θέλεις να δεις τι σημαίνει πραγματικός πλούτος, έλα μαζί μου στη Χώρα κάτω από τους Λόφους.»
Ο Randal ανέβηκε πίσω της στο άλογο. Όταν η Jean και η Nancy βγήκαν να τον αναζητήσουν το επόμενο πρωί, βρήκαν μόνο το καπέλο του πεταμένο ανάμεσα στις φτέρες. Ο Randal είχε χαθεί.
ΜΕΡΟΣ 4: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
Πέρασαν επτά ολόκληρα χρόνια. Η Jean είχε γίνει μια όμορφη κοπέλα και η μητέρα του Randal είχε σχεδόν χάσει κάθε ελπίδα, μέχρι που μια νύχτα, ένας ψηλός νέος με ρούχα που έλαμπαν παράξενα εμφανίστηκε στην πύλη του πύργου.
— «Μητέρα; Jean;» φώναξε ο ξένος.
Η Jean έτρεξε κοντά του. — «Randal! Είσαι εσύ; Πού ήσουν τόσα χρόνια; Για εμάς πέρασε μια ζωή, αλλά εσύ μοιάζεις σαν να έλειψες μόνο μια μέρα!»
— «Ήμουν εκεί που ο χρόνος δεν κυλά,» εξήγησε ο Randal, αγκαλιάζοντάς τες. «Είδα παλάτια από κρύσταλλο και δέντρα με ασημένια φύλλα. Αλλά τίποτα δεν ήταν αληθινό. Όταν έτρωγα τους καρπούς τους, δεν είχαν γεύση. Όταν άγγιζα τον χρυσό τους, γινόταν σκόνη στα χέρια μου. Μόνο η σκέψη του Fairnilee με κράτησε ζωντανό.»
— «Και ο θησαυρός;» ρώτησε η Nancy από τη γωνιά. «Βρήκες αυτό που έψαχνες;»
— «Όχι εκεί κάτω, Nancy. Αλλά η Βασίλισσα μου είπε κάτι πριν με αφήσει να φύγω: "Αυτό που ψάχνεις βρίσκεται εκεί που το παλιό συναντά το νέο, κάτω από το μάτι του Camp Hill".»
Τις επόμενες μέρες, ο Randal και η Jean έσκαψαν σε ένα σημείο που είχε υποδείξει μια παλιά πέτρα με σκαλισμένα σύμβολα. Μετά από ώρες κοπιαστικής δουλειάς, το φτυάρι του Randal χτύπησε κάτι σκληρό. Ήταν ένα μεγάλο χάλκινο αγγείο.
— «Βοήθησέ με, Jean!» φώναξε ο Randal.
Όταν άνοιξαν το σκουριασμένο καπάκι, το δειλινό φως καθρεφτίστηκε σε εκατοντάδες χρυσά νομίσματα, βαριά περιδέραια και αρχαία κύπελλα.
— «Είναι αληθινός, Randal!» αναφώνησε η Jean με δάκρυα στα μάτια. «Δεν είναι το ψεύτικο χρυσάφι των νεράιδων!»
— «Είναι ο χρυσός των προγόνων μας,» είπε ο Randal σοβαρά. «Τώρα το Fairnilee θα ζήσει ξανά. Θα αγοράσουμε πίσω τα πρόβατα, θα φτιάξουμε τις στέγες και κανείς στην κοιλάδα δεν θα πεινάσει πια.»
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Ο Randal και η Jean παντρεύτηκαν και ο πύργος του Fairnilee έγινε ο πιο φιλόξενος στα Σύνορα. Ο χρυσός χρησιμοποιήθηκε με σύνεση, και παρόλο που πολλοί προσπάθησαν να βρουν κι άλλους θησαυρούς στους λόφους, κανείς δεν τα κατάφερε ποτέ ξανά. Γιατί, όπως έλεγε η Nancy, ο θησαυρός εμφανίζεται μόνο σε εκείνους που αγαπούν τη γη τους περισσότερο από το κέρδος.
ΤΕΛΟΣ
.jpeg)
.jpeg)
.jpeg)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.