Ιακωβιδης Γεωργιος – Παιδικη συναυλια

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ




Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ: Το Άγαλμα της Αγάπης και η Μεγάλη Αναζήτηση

I. Η Απόφαση και η Ιερή Ζύμωση

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα βασίλειο που το λούζε η θάλασσα, ζούσε ένας βασιλιάς που είχε μια θυγατέρα μοναχοκόρη. Η ομορφιά της ήταν ονομαστή, μα η καρδιά της ήταν κάστρο απόρθητο. Ο πατέρας της, ανήσυχος για το μέλλον του θρόνου, της έφερνε κάθε λογής μνηστήρες: πρίγκιπες με ασημένιες πανοπλίες,

άρχοντες με κάμπους και βουνά, παλικάρια με σπαθιά που έκοβαν το ατσάλι. — «Πατέρα μου», έλεγε εκείνη με φωνή σταθερή, «κανένας τους δεν αγγίζει την ψυχή μου. Αν είναι να παντρευτώ, θα πάρω εκείνον που θα πλάσει η δική μου φαντασία».

Μια μέρα, πήρε την απόφαση. «Πατέρα, πήγαινε στην αγορά και φέρε μου ένα τσουβάλι από το πιο εκλεκτό ΣΙΜΙΓΔΑΛΙ, ένα τσουβάλι ΖΑΧΑΡΗ λευκή σαν το χιόνι και ένα τσουβάλι ΜΥΓΔΑΛΑ γερά και μελωμένα». Ο βασιλιάς, αν και παραξενεμένος, έκανε το θέλημά της.

Η βασιλοπούλα κλειδώθηκε σε μια κάμαρη μακρινή, που το παράθυρό της έβλεπε μόνο τον ουρανό. — «Για σαράντα μέρες», πρόσταξε, «να μη με ΓΕΙΡΕΨΕΤΕ ντιπ! Ούτε ψωμί, ούτε νερό, ούτε λόγο ανθρώπινο δεν θέλω». Μέσα στη σιωπή, άρχισε το έργο της. Έσπασε τα μύγδαλα ένα-ένα, τα καθάρισε από την πικρή τους φλούδα μέχρι να μείνουν κάτασπρα. Ανακάτεψε το σιμιγδάλι με τη ζάχαρη, προσθέτοντας ροδόνερο από τα δάκρυα της λαχτάρας της. Με τα δάχτυλά της, άρχισε να ΙΣΤΟΡΕΙ έναν άνθρωπο. Του έδωσε ανάστημα λεβέντικο, πρόσωπο που έφεγγε και χέρια που έμοιαζαν έτοιμα για αγκαλιά.

II. Οι Σαράντα Μέρες και η Πνοή

Αφού τον έπλασε, κάθισε στο προσκεφάλι του. Για σαράντα μερόνυχτα δεν έκλεισε μάτι. Τον λιβάνιζε με μοσχολίβανο και σμύρνα, τον κοιτούσε και τα δάκρυά της έπεφταν πάνω στο σιμιγδαλένιο του στήθος. — «Δεν μου μιλείς, μάτια μου;» ψιθύριζε με παράπονο. «Δεν μου μιλείς, φως μου; Για σένα αρνήθηκα τον κόσμο όλο. Ζωντάνεψε, για να ζωντανέψω κι εγώ».

Στις σαράντα μέρες πάνω, την ώρα που η αυγή χάραζε, το άγαλμα ανατρίχιασε. Τα μάτια του άνοιξαν, το στήθος του ανέβηκε και μια φωνή γλυκιά σαν μέλι ακούστηκε: — «Αχ! Γλυκά κοιμόμουν και με ξύπνησες...» Η βασιλοπούλα ξέσπασε σε γέλια και χαρές. Άνοιξε τις πόρτες διάπλατα και παρουσίασε στον πατέρα της τον ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟ. Ο γάμος έγινε με δόξα και τιμή, και ο κόσμος όλος παραμίλαγε για τον άντρα που πλάστηκε από ζάχαρη και αγάπη.

III. Η Αρπαγή και το Νερό της Λήθης

Μα η φήμη του Σιμιγδαλένιου ταξίδεψε μακριά, μέχρι το παλάτι μιας άλλης βασιλοπούλας, ζηλόφθονης και σκληρής. Εκείνη, μόλις άκουσε για το θαύμα, έπεσε «στα μαύρα πανιά». Ήθελε τον Σιμιγδαλένιο δικό της. Ο πατέρας της, για να την ικανοποιήσει, αρμάτωσε μια ΦΡΕΓΑΔΑ χρυσή, φορτωμένη με τα πιο ακριβά γυαλικά και χρυσαφικά του κόσμου.

Το πλοίο φούνταρε κάτω από το παλάτι του Σιμιγδαλένιου. Οι δούλες έτρεξαν στην κυρά τους: — «Κυρά, ήρθε μια φρεγάδα που όμοιά της δεν είδε ο κόσμος! Έχει πράγματα που θαμπώνουν το μάτι». Η βασιλοπούλα, χωρίς να ξέρει το κακό, έστειλε τον άντρα της να ψωνίσει. Ο Σιμιγδαλένιος ανέβηκε στο πλοίο, μα μόλις πάτησε το πόδι του στο κατάστρωμα, οι ναύτες σήκωσαν τα πανιά και το πλοίο πέταξε σαν πουλί. Στο μακρινό παλάτι, η ξένη βασιλοπούλα του έδωσε να πιει το «νερό της λήθης». Ο Σιμιγδαλένιος ΑΣΤΟΧΙΣΕ τη γυναίκα του, ξέχασε την κάμαρη όπου πλάστηκε και κάθισε πλάι στην άλλη.

IV. Το Ταξίδι στα Στοιχεία της Φύσης

Η πρώτη βασιλοπούλα περίμενε το μεσημέρι, περίμενε το βράδυ, μα ο Σιμιγδαλένιος δεν γύρισε. Όταν έμαθε πως η φρεγάδα χάθηκε στον ορίζοντα, ο θρήνος της έφτασε μέχρι τον ουρανό. — «Θα τον βρω!» φώναξε. «Κι αν χρειαστεί να περπατήσω μέχρι την άκρη του κόσμου!»

Πήρε τα βουνά και τα λαγκάδια. Δρόμο έπαιρνε και δρόμο άφηνε, μέχρι που έγινε αγνώριστη από την κούραση. Πρώτα βρήκε τη μάνα του ΗΛΙΟΥ, που ΠΑΝΙΖΕ και φούρνιζε με τα στήθια της. Η βασιλοπούλα της έφτιαξε πανόξυλο και φτυάρι, και η γριά την ευλόγησε. Την έκρυψε κάτω από τη σκούπα για να μην τη φάει ο Ήλιος όταν γυρίσει πυρωμένος. — «Ήλιε μου λαμπρέ», φώναξε η κοπέλα όταν ο Ήλιος βασίλεψε, «εσύ που χαμηλά κοιτάζεις, είδες τον Σιμιγδαλένιο μου;» — «Δεν τον είδα, παιδί μου», είπε ο Ήλιος και της έδωσε ένα ΚΑΡΥΔΙ μαγικό.

Έπειτα πήγε στη μάνα του ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ, που την έκρυψε στο ντουλάπι. Το Φεγγάρι, που γυρίζει όλη νύχτα, της είπε: — «Δεν τον είδα, χριστιανή μου. Πήγαινε στα ΑΣΤΕΡΙΑ που είναι πολλά». Της χάρισε ένα ΜΥΓΔΑΛΟ.

Στα Αστέρια, η μάνα τους την έκρυψε πίσω από την πόρτα. Όταν γύρισαν όλα, το μικρό, το τρελό αστεράκι φώναξε: — «Εγώ τον είδα! Στα άσπρα σπίτια στα Χανιά, τον έχει μια βασιλοπούλα κλεισμένο!» Της χάρισαν ένα ΦΟΥΝΤΟΥΚΙ και το αστεράκι την οδήγησε μέχρι εκεί.

V. Η Εξαγορά και η Αφύπνιση

Η βασιλοπούλα έφτασε στο ξένο παλάτι σαν φτωχή αρφανή. Ζήτησε καταφύγιο σε ένα παράσπιτο. Την πρώτη μέρα έσπασε το Καρύδι και βγήκε ένα χρυσό μαγκάνι που έλαμπε πιο πολύ κι από τον ήλιο. Η ξένη βασιλοπούλα το ζήλεψε. — «Τι θέλεις για να μου το δώσεις;» — «Δεν θέλω φλουριά. Θέλω μόνο να κοιμηθώ μια νύχτα πλάι στον Σιμιγδαλένιο». Η ξένη δέχτηκε, μα πότισε τον άντρα υπνωτικό. Όλη νύχτα η γυναίκα του τον παρακάλαγε: «Δεν μου μιλείς, Σιμιγδαλένιο μου;» μα εκείνος ήταν σαν μάρμαρο.

Τη δεύτερη μέρα έσπασε το Μύγδαλο και βγήκε μια χρυσή ανέμη. Πάλι η ίδια ιστορία, πάλι ο Σιμιγδαλένιος κοιμόταν βαθιά. Η βασιλοπούλα πλάνταξε στο κλάμα.

Την τρίτη μέρα έσπασε το Φουντούκι. Βγήκε μια χρυσή κλώσσα με δώδεκα χρυσά πουλάκια που κελαηδούσαν μαγικά. Αυτή τη φορά, ο Σιμιγδαλένιος είχε υποψιαστεί το κακό. Όταν του έφεραν το ποτό, έκανε πως πίνει, μα το έχυσε στην τραχηλιά του.

Το βράδυ, όταν η βασιλοπούλα κλειδώθηκε μαζί του και άρχισε να λέει: — «Δεν μου μιλείς, μάτια μου; Δεν μου μιλείς, φως μου; Δεν είμαι εγώ που σε έπλασα και σε ιστορίασα;» Εκείνος πετάχτηκε πάνω! — «Εσύ είσαι!» φώναξε. «Εσύ είσαι η ζωή μου!»

Σηκώθηκαν τη νύχτα, πήραν τα χρυσά δώρα και έφυγαν κρυφά. Γύρισαν στο δικό τους παλάτι, όπου έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Κι εκείνη η άλλη βασιλοπούλα; Αυτή έμεινε να κλαίει πάνω από τα άδεια τσόφλια των ξηρών καρπών.


1. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ

Στον πυρήνα του, ο Σιμιγδαλένιος είναι ένα παραμύθι για την τελειότητα, την απώλεια και την εξαγορά.

  • Η Γυναίκα ως Δημιουργός (Pygmalion): Αντίθετα με τα περισσότερα παραμύθια όπου η γυναίκα περιμένει τον πρίγκιπα, εδώ η βασιλοπούλα τον κατασκευάζει. Χρησιμοποιεί υλικά που συμβολίζουν την αγνότητα (σιμιγδάλι), την πολυτέλεια (ζάχαρη) και τη σταθερότητα/γνώση (μύγδαλα).

  • Η Δύναμη της Πίστης: Οι 40 μέρες προσευχής και λιβανίσματος παραπέμπουν σε θρησκευτικά και μυητικά τελετουργικά. Η πνοή της ζωής δεν έρχεται από τα υλικά, αλλά από την ένταση της επιθυμίας της.

  • Η Λήθη και η Μνήμη: Ο Σιμιγδαλένιος χάνει τον εαυτό του όταν πίνει το «νερό της λήθης». Η επιστροφή του στην πραγματικότητα επιτυγχάνεται μόνο μέσω της φωνής της δημιουργού του («Δεν μου μιλείς μάτια μου...»).


2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ

  • Προέλευση: Το παραμύθι είναι ευρέως διαδεδομένο στον ελλαδικό χώρο (Ήπειρος, Μικρά Ασία, Νησιά του Αιγαίου). Έχει ρίζες που ακουμπούν στον αρχαίο μύθο του Πυγμαλίωνα, του γλύπτη που ερωτεύτηκε το άγαλμά του και η Αφροδίτη του έδωσε ζωή.

  • Λαϊκή Παράδοση: Συνδέεται άμεσα με τις σπιτικές τέχνες (μαγειρική, ζαχαροπλαστική). Στην παραδοσιακή κοινωνία, η ικανότητα μιας γυναίκας να «πλάθει» (μεταφορικά και κυριολεκτικά) το σπίτι της ήταν υψίστης σημασίας.

  • Σχέση με τη Ραπουνζέλ: Αν και διαφορετικό, μοιράζεται το θέμα της απομόνωσης (κλειδωμένη κάμαρη) για τη δημιουργία κάτι ιερού.


3. ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ (Γλωσσολογική Ανατομία)

Το παραμύθι βρίθει ιδιωματισμών που προσδίδουν λυρισμό:

  • ΙΣΤΟΡΗΣΕ: Από τη λέξη «ιστορώ». Στην εκκλησιαστική παράδοση σημαίνει αγιογραφώ. Εδώ σημαίνει ότι του έδωσε μορφή με τέχνη και προσοχή.

  • DEEP: (ή ντιπ) Λέξη ηπειρωτικής/βαλκανικής προέλευσης που σημαίνει «καθόλου», «εντελώς».

  • ΦΡΕΓΑΔΑ: Η Φρεγάτα. Συμβολίζει τον πλούτο και την τεχνολογική υπεροχή της «ανταγωνίστριας» βασιλοπούλας.

  • ΑΣΤΟΧΙΣΕ: Ξέχασε, έχασε τον στόχο της μνήμης του.

  • ΠΑΝΟΞΥΛΟ: Το ξύλο με το οποίο καθαρίζουν τον φούρνο (πανίστρο).

  • ΜΑΓΚΑΝΙ: Χειροκίνητη μηχανή. Στο παραμύθι είναι χρυσό και συμβολίζει την τέχνη της υφαντικής.

  • ΚΑΛΑΜΙΖΟΥΝ: Η διαδικασία του τυλίγματος του νήματος στο καλάμι για τον αργαλειό.


4. ΤΟ ΜΟΤΙΒΟ (ATU 425)

Στην παγκόσμια κατάταξη παραμυθιών (Aarne-Thompson-Uther), ο Σιμιγδαλένιος ανήκει στον τύπο ATU 425: «The Search for the Lost Husband» (Η Αναζήτηση του Χαμένου Συζύγου).

  • Το Μοτίβο των Μαγικών Καρπών: Το καρύδι, το μύγδαλο και το φουντούκι που περιέχουν χρυσά αντικείμενα είναι κλασικό εργαλείο «εξαγοράς» του χρόνου.

  • Το Μοτίβο της Βοήθειας από τα Στοιχεία της Φύσης: Η ηρωίδα πρέπει να ταξιδέψει εκεί που δεν πατάει άνθρωπος (Ήλιος, Φεγγάρι, Αστέρια) για να λάβει τη γνώση.

  • Το Μοτίβο της «Κακιάς Νύφης»: Η γυναίκα που κλέβει τον άντρα αντιπροσωπεύει τον πλούτο και τον δόλο, σε αντίθεση με την ηρωίδα που εκπροσωπεί τον μόχθο και την αληθινή αγάπη.


Ο ΣΙΜΙΓΔΑΛΕΝΙΟΣ

(Σύνοψη για τίτλο)

Δημιουργός: Η ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑ Υλικά: ΣΙΜΙΓΔΑΛΙ, ΖΑΧΑΡΗ, ΜΥΓΔΑΛΑ Χρόνος Κυοφορίας: 40 ΗΜΕΡΕΣ ΣΙΩΠΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.