Η ΜΑΡΟΥΛΑ: ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΓΗ
I. Η Προσευχή και η Γέννηση του Άστρου
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα σπίτι που η σιωπή είχε φωλιάσει για χρόνια στις γωνιές του, ζούσε μια γυναίκα με καρδιά διψασμένη για ζωή. Τα χρόνια περνούσαν σαν σύννεφα που δεν αφήνουν βροχή, και η αγκαλιά της έμενε άδεια. Κάθε πρωί, ανέβαινε στο παραθύρι της, εκεί που οι πρώτες αχτίδες του ήλιου
φιλούσαν το περβάζι, και με τα χέρια υψωμένα έκανε την ίδια παράκληση.Ένα πρωί, καθώς ο ουρανός βαφόταν με τα χρώματα του ρόδου, η γυναίκα δεν άντεξε άλλο. Κοίταξε κατάματα τον πύρινο δίσκο και φώναξε με όλη τη δύναμη της ψυχής της: — «Ήλιε μου, κύριε μου, εσύ που φωτίζεις όλη την πλάση και ζεσταίνεις ακόμα και το πιο κρύο λιθάρι! Δώσ' μου ένα παιδί, μια κόρη να ομορφύνει τις μέρες μου, και σου τάζω: σαν γίνει δώδεκα χρονών, έλα και πάρ' το δικό σου, να σε υπηρετεί στα ουράνια παλάτια σου!»
Ο ΗΛΙΟΣ συγκινήθηκε από το πάθος της. Δεν πέρασε καιρός και η γυναίκα έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι που η ομορφιά του δεν είχε ταίρι. Το πρόσωπό του έλαμπε σαν το άστρο της αυγής και το ονόμασε ΜΑΡΟΥΛΑ. Η μάνα, μέσα στην απέραντη χαρά της, ξέχασε την υπόσχεση. Για έντεκα χρόνια, το σπίτι μοσχοβολούσε αγάπη. Η Μαρούλα μεγάλωνε και κάθε μέρα γινόταν και πιο όμορφη, πιο λυγερή, πιο λαμπερή.
II. Το Κάλεσμα του Ήλιου στη Βρύση
Μόλις πάτησε τα δώδεκα, η μοίρα άρχισε να υφαίνει το νήμα της. Η Μαρούλα πήγε στη βρύση του χωριού να γεμίσει τη στάμνα της. Εκεί, την περίμενε ένα παλικάρι που το κορμί του έφεγγε και τα ρούχα του ήταν κεντημένα με χρυσή κλωστή. — «Κόρη όμορφη», της είπε με φωνή που έμοιαζε με κελάηδισμα, «να πεις της μάνας σου εκείνο που μου έταξε. Ρώτα την: πότε θα μου το δώσει;» Η Μαρούλα, ξαφνιασμένη, τον ρώτησε: «Ποιος είσαι εσύ, καλέ μου άνθρωπε, και τι σου χρωστάει η μάνα μου;» — «Πες της εσύ έτσι», αποκρίθηκε το παλικάρι, «κι εκείνη θα καταλάβει».
Όταν η κοπέλα επέστρεψε στο σπίτι, είπε στη μάνα της για το παράξενο συναπάντημα. Η μάνα ένιωσε την καρδιά της να παγώνει. — «Πες του, παιδί μου, σαν σε ξαναβρεί, πως ξέχασες να μου το πεις», της απάντησε, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο.
Την άλλη μέρα στη βρύση, το παλικάρι ξαναφάνηκε. — «Το είπες;» ρώτησε. — «Το ξέχασα», ψέλλισε η Μαρούλα. Τότε εκείνος της έδωσε ένα ΧΡΥΣΟ ΜΗΛΟ. «Βάλ' το στον κόρφο σου. Το βράδυ, όταν η μάνα σου θα σε ΕΞΕΝΤΥΝΕΙ για να κοιμηθείς, το μήλο θα πέσει και τότε θα θυμηθείς να της το πεις». Έτσι κι έγινε. Το βράδυ, το μήλο κύλησε στο πάτωμα, η αλήθεια φανερώθηκε και η μάνα, με λυγμούς, της είπε: «Ας είναι... σαν σε ξαναβρεί, πες του: ας έρθει να το πάρει».
III. Στο Παλάτι του Φωτός
Ο ΗΛΙΟΣ πήρε τη Μαρούλα από το χέρι και την ανέβασε στα δώματά του. Την έβαλε μέσα σε ένα περιβόλι που δεν είχε όμοιό του στη γη. Δέντρα φορτωμένα με καρπούς που έσταζαν μέλι, λουλούδια που δεν μαραίνονταν ποτέ και μαρούλια καταπράσινα, ζουμερά, που έθρεφαν την ψυχή.
Ο Ήλιος έλειπε όλη τη μέρα για να φωτίζει τον κόσμο και η Μαρούλα έμενε μόνη. Όμως η καρδιά της δεν άντεχε τη λάμψη. Νοσταλγούσε το φτωχικό σπιτάκι και το χάδι της μάνας της. Άρχισε να θρηνεί γοερά. Έπιανε τα μάγουλά της και τα ΤΣΑΓΚΡΟΥΝΟΥΣΕ από την απελπισία, φωνάζοντας: — «Ως ΨΥΓΟΜΑΡΑΙΝΕΤΑΙ της μάνας μου η καρδούλα, έτσι να ΨΥΓΟΜΑΡΑΘΟΥΝ του Ήλιου τα μαρούλια! Κόψου, δέντρο μου, κόψου!»
Και το θαύμα γινόταν ανάποδα: τα μαρούλια μαραίνονταν, τα δέντρα έπεφταν ξερά και το περιβόλι γινόταν «ξύλο κούτσουρο». Το βράδυ ο Ήλιος γύριζε και τη ρωτούσε: — «Ποιος σου τα έκανε αυτά τα μάγουλα, Μαρούλα μου;» — «Ο πετεινός της γειτόνισσας», έλεγε τη μια, «ο γάτος», έλεγε την άλλη, «η τριανταφυλλιά», την τρίτη. Μέχρι που ο Ήλιος την παραφύλαξε και είδε τον πόνο της. «Αφού τόσο πολύ θέλεις τη μάνα σου, θα σε στείλω πίσω», της είπε με θλίψη.
IV. Η Καταδίωξη και η Πανουργία της Λάμιας
Ο Ήλιος κάλεσε τα λιοντάρια και τις αλεπούδες, μα εκείνα είπαν πως θα έτρωγαν τη Μαρούλα στον δρόμο. Τότε κάλεσε τα ΕΛΑΦΑΚΙΑ. — «Τι θα τρώτε αν πεινάσετε;» τα ρώτησε. — «Δροσερό χορταράκι και καθαρό νεράκι», αποκρίθηκαν εκείνα. — «Να έχετε την ευχή μου!» είπε ο Ήλιος, στόλισε τη Μαρούλα με φλουριά και την ανέβασε στα κέρατα του πιο γρήγορου ελαφιού.
Στον δρόμο, το ελάφι τη σταμάτησε σε ένα ψηλό κυπαρίσσι για να βοσκήσει. «Μη φωνάξεις, παρά μόνο αν κινδυνέψεις», της είπε. Κάτω από το δέντρο ήταν ένα πηγάδι. Εκεί ζούσε μια ΛΑΜΙΑ με τις τρεις κόρες της. Οι κόρες, βλέποντας το είδωλο της Μαρούλας στο νερό, νόμιζαν πως ήταν δικό τους και, από έπαρση, έσπαγαν τις στάμνες τους: «Τέτοια ομορφιά εγώ, και να κουβαλώ νερό;» φώναζαν.
Η Λάμια κατάλαβε την απάτη, είδε τη Μαρούλα στο κυπαρίσσι και λυσσασμένη άρχισε να ουρλιάζει: «Κατέβα να σε φάω!». Η Μαρούλα, με την ψυχραιμία της Ανθούσας, την καθυστερούσε: — «Άμε πρώτα να ζυμώσεις!» — «Ζύμωσα! Κατέβα!» — «Άμε να πλάσεις!» — «Έπλασα! Κατέβα!» — «Άμε να ΠΑΝΙΣΕΙΣ τον φούρνο!» Κάθε φορά που η Λάμια έφευγε, η Μαρούλα κέρδιζε χρόνο. Όταν ο φούρνος κάηκε, η Μαρούλα φώναξε: «Ελαφάκι μου, ελαφάκι μου!». Το ελάφι έφτασε στην ώρα του, την άρπαξε και άρχισε να τρέχει προς το χωριό.
V. Το Ποντικάκι και η Λύτρωση
Στο μονοπάτι βρήκαν ένα ΠΟΝΤΙΚΑΚΙ. Η Μαρούλα το παρακάλεσε να καθυστερήσει τη Λάμια. Όταν η κακιά γυναίκα έφτασε λαχανιασμένη και ρώτησε: «Είδες μια κόρη με ένα ελάφι;», το ποντικάκι άρχισε τα δικά του: — «Εδώ βρήκα μια ΤΟΥΛΟΥΠΑ μαλλί...» — «Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες!» τσίριζε η Λάμια. — «Πόσο να το κλώσω; Πόσο να το υφάνω;» έλεγε το ποντικάκι, μέχρι που η Λάμια κατάλαβε το δούλεμα και όρμησε ξανά.
Το ελάφι έφτασε στην πόρτα της μάνας. Τα ζώα του σπιτιού —ο σκύλος, ο γάτος, ο πετεινός— άρχισαν να φωνάζουν: «Να η Μαρούλα κι έρχεται!». Η μάνα, κλεισμένη στον πόνο της, δεν τους πίστευε: «Σουτ, παλιόσκυλο, θες να με πλαντάξεις!».
Την τελευταία στιγμή, καθώς το ελάφι χωνόταν στο σπίτι, η Λάμια το πρόφτασε και άρπαξε την ουρά του. «Ωχ, η ουρίτσα μου!» φώναξε το ζώο. Η πόρτα έκλεισε με πάταγο. Η μάνα άνοιξε τα μάτια της και είδε το θαύμα. Αγκάλιασε την κόρη της, φίλησε το ελάφι και με ΒΑΜΒΑΚΑΚΙ και βότανα γιατρεψε την πληγή στην ουρά του.
Και έζησαν αυτοί καλά, με την ευλογία του Ήλιου και τη σοφία της γης, κι εμείς καλύτερα!
Το παραμύθι της ΜΑΡΟΥΛΑΣ είναι ένα από τα πιο αγαπημένα και διαδεδομένα λαϊκά παραμύθια της ελληνικής παράδοσης. Η ιστορία αυτή ανήκει σε μια ευρύτερη κατηγορία μύθων που πραγματεύονται τη θυσία, τη μαγική απαγωγή και την επιστροφή στις ρίζες.
1. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΜΟΤΙΒΟ (ΑΤU)
Στη διεθνή κατάταξη των παραμυθιών (Σύστημα Aarne-Thompson-Uther), η Μαρούλα εντάσσεται στον τύπο ATU 310: «Η Παρθένα στον Πύργο» (όπου ανήκει και η Ραπουνζέλ των Γκριμ), αλλά με έντονα ελληνικά, ηλιοκεντρικά χαρακτηριστικά.
Το Μοτίβο του Τάματος: Η γυναίκα που δεν κάνει παιδιά και τάζει το παιδί της σε μια ανώτερη δύναμη (Ήλιος, Μοίρες, Δράκος) είναι ένα πανάρχαιο μοτίβο που δείχνει πως κάθε ευτυχία έχει ένα τίμημα.
Ο Ήλιος ως Ανθρωπόμορφος Εραστής: Σε αντίθεση με τις δυτικές εκδοχές, εδώ ο Ήλιος παίρνει τη θέση του «μάγου» ή της «μάγισσας». Είναι μια οντότητα που αγαπά αλλά και περιορίζει την ελευθερία.
Η Μαγική Διαφυγή: Η βοήθεια από τα ζώα (ελάφια, ποντικάκια) συμβολίζει τη σύνδεση του αθώου ανθρώπου με τη φύση, η οποία τον προστατεύει από το κακό (Λάμια).
2. ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Το παραμύθι χρησιμοποιεί λέξεις που φέρουν το βάρος της αγροτικής και λαϊκής ζωής:
ΕΞΕΝΤΥΝΩ: Το ξεστόλισμα ή το γδύσιμο πριν τον ύπνο. Στο παραμύθι, το χρυσό μήλο πέφτει εκείνη τη στιγμή, συμβολίζοντας την αποκάλυψη της αλήθειας.
ΨΥΓΟΜΑΡΑΙΝΟΜΑΙ: Μια σύνθετη λέξη που σημαίνει «στεγνώνω και μαραίνομαι από τον καημό». Δείχνει τον ψυχικό πόνο που μεταφέρεται στο σώμα.
ΣΥΞΥΛΟ: Από το «συν + ξύλο». Σημαίνει αφήνω κάτι ακριβώς όπως ήταν, στη μέση μιας δουλειάς (π.χ. «άφησε το ζύμωμα σύξυλο»).
ΠΑΝΙΖΩ: Καθαρίζω τον φούρνο με το «πανίστρο» (ένα βρεγμένο πανί στην άκρη ενός ξύλου) πριν φουρνίσω τα ψωμιά.
ΤΣΑΓΚΡΟΥΝΩ: Γρατζουνάω, πληγώνω το δέρμα.
ΤΟΥΛΟΥΠΑ: Μια μπάλα από ακατέργαστο μαλλί έτοιμο για γνέσιμο.
3. ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ & ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ
Το παραμύθι της Μαρούλας (ή παραλλαγές του) συναντάται σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, αλλά με τοπικές διαφοροποιήσεις:
Ήπειρος και Μακεδονία: Εδώ το παραμύθι είναι πολύ συνηθισμένο. Ο Ήλιος συχνά αντικαθίσταται από έναν Δράκο ή μια Δράκαινα που κρατά την κοπέλα φυλακισμένη σε έναν πύργο χωρίς πόρτες.
Δωδεκάνησα και Κρήτη: Στις νησιωτικές παραλλαγές, η έμφαση δίνεται περισσότερο στη θάλασσα και στα μαγικά αντικείμενα που πετάει η κοπέλα για να σωθεί (όπως το χτένι ή το πεσκύρι, μοτίβο που είδαμε και στην Ανθούσα).
Η παραλλαγή «Ηλιανή»: Σε κάποιες περιοχές το κορίτσι ονομάζεται Ηλιανή ή Ηλιογέννητη, τονίζοντας τη σχέση της με το φως.
Η Λάμια vs Η Μάγισσα: Στις βόρειες περιοχές ο εχθρός είναι η Λάμια (όπως στο βίντεο), ενώ στις νότιες και στα νησιά είναι συχνότερα μια κακιά μάγισσα ή μια ζηλόφθονη γριά.
4. ΤΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΩΝ ΖΩΩΝ
Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο στη Μαρούλα είναι η επιλογή του Ελαφιού. Το ελάφι στην ελληνική μυθολογία ήταν το ιερό ζώο της Άρτεμης και συμβολίζει την αγνότητα και την ταχύτητα. Η λεπτομέρεια με την κομμένη ουρά είναι μια «αιτιολογική» προσθήκη: εξηγεί με παραμυθένιο τρόπο γιατί τα ελάφια έχουν κοντή ουρά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.