Σὲ μιὰ γωνιὰ περαστικὴ
γέρος φτωχὸς ἔχει καθίσει.
Κόσμος, πολὺς περνᾶ ἀπ’ ἐκεῖ,
καὶ ἴσως θὰ τὸν ἐλεήση
καμιὰ ψυχή, ποὺ ἔχει μάθει
Σὲ λίγο ὅλος προσοχὴ
ἔφερ’ ἐκεῖ τὰ βήματά του
κι ἄλλος φτωχὸς-τὸ δυστυχή!
Μὲ ὅλη τὴ νεότητά του
ἕχει στὸ φῶς του μαύρη σκέπη·

