Ιακωβιδης Γεωργιος – Παιδικη συναυλια

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

«Ένας μικρός κηπουρός στην αγκαλιά του Φθινοπώρου»

Της Μίνας Μπουλέκου


Ο ήλιος χαμήλωνε αργά, αφήνοντας πίσω του μια χρυσή ομίχλη που έμοιαζε με ανάσα του καλοκαιριού που έσβηνε σιγά σιγά. Ήταν οι πρώτες μέρες του φθινοπώρου, εκείνες οι μέρες που ο αέρας μυρίζει ακόμη καλοκαίρι, μα το χώμα αρχίζει να βαραίνει, σαν να θυμάται το κρύο που πλησιάζει.

Μέσα στο μισοσκόταδο, ένα παιδί καθόταν γονατιστό μπροστά στις τουλίπες. Το ένδυμα του κρεμόταν φαρδύ, σαν ρούχο που το έχει δανειστεί από τον κόσμο των μεγάλων. Στο ένα χέρι κρατούσε το ποτιστήρι, κι από το άλλο απλωνόταν ένα δάχτυλο

που ακουμπούσε απαλά το πέταλο μιας μωβ τουλίπας. Σαν να μην ήθελε να το τραυματίσει, σαν να ήξερε πως τα λουλούδια έχουν ψυχή.

Γύρω του έπεφταν σταγόνες, όχι της βροχής, αλλά μιας δροσιάς που λικνιζόταν στον αέρα και τρεμόπαιζε ανάμεσα στο φως. Ο κόσμος έμοιαζε σιωπηλός, και μόνο η ανάσα του παιδιού και ο ψίθυρος των φύλλων γέμιζαν τον χώρο.

Οι τουλίπες, χρυσές και βυσσινιές, στεκόντουσαν σαν μικρές φλόγες. Ήταν φλόγες που δεν έκαιγαν, αλλά φώτιζαν. Κι εκείνο το μικρό παιδί, με τη σοβαρότητα που μόνο τα παιδιά μπορούν να έχουν χωρίς να το ξέρουν, έσκυβε κοντά τους και τις χαιρετούσε σαν να ήταν παλιές του γνώριμες φίλες.

Το φθινόπωρο τις έβλεπε από μακριά. Ερχόταν ήσυχα, με μια καστανή παλέτα στο χέρι, έτοιμο να σβήσει το πράσινο και να ζωγραφίσει το χώμα. Μα στάθηκε για λίγο, κοιτώντας το παιδί, κι είπε μέσα του:

«Ας περιμένω ακόμη λίγο. Για χάρη αυτού του μικρού, ας αφήσω το καλοκαίρι να ανασάνει λίγο ακόμη».

Κι έτσι, εκείνο το σούρουπο, η γη έμεινε μετέωρη ανάμεσα σε δύο εποχές. Ένα παιδί με ποτιστήρι έγινε ο φύλακας της αλλαγής στο φθινοπωρινό κάλεσμα, ένας μικρός κηπουρός μιας στιγμής στο χρόνο που δεν ξανάρχεται.

Κι αν κάποιος περνούσε από κείνο μονοπάτι, ίσως να νόμιζε πως είδε ένα όνειρο, ένα παιδί να μιλά με τα λουλούδια, και το φθινόπωρο να κοντοστέκεται από σεβασμό στην ευγενική ψυχή του.

Γιατί μερικές φορές, η αγνότητα ενός παιδιού μπορεί να κρατήσει τον χρόνο ασάλευτο, έστω και για μια στιγμή .

Το παιδί έσκυψε περισσότερο, κι εκεί που τα πέταλα άγγιξαν τα δάχτυλά του, ακούστηκε ένας ψίθυρος. Δεν ήξερε αν ερχόταν από μέσα του ή από τα ίδια τα λουλούδια. Μα δεν τρόμαξε. Τα παιδιά δεν φοβούνται τις φωνές που μοιάζουν με όνειρα.

«Διψάμε…», είπε μια μωβ τουλίπα με φωνή λεπτή, σαν χορδή που μόλις τεντώνεται.
Το παιδί σήκωσε το ποτιστήρι του και άφησε το νερό να κυλήσει απαλά στις ρίζες. Το χώμα της με τις πρώτες στάλες έμοιαζε σαν μυρωμένο πέπλο που άγγιζε τη άνυδρη γη.

«Ευχαριστούμε… Μας δίνεις ζωή.» Το παιδί χαμογέλασε και ψιθύρισε:
«Κι εσείς μου δίνετε χρώμα. Αν φύγετε, τι θα μείνει να κοιτάω;»

Οι κίτρινες τουλίπες λικνίστηκαν σαν μικρά λυχνάρια. «Μην φοβάσαι. Ακόμη κι όταν τα πέταλά μας πέσουν, η μνήμη μας μένει στο χώμα. Κάθε άνοιξη θα ξαναγυρίζουμε. Ο χρόνος είναι ένας αέναος κύκλος που ποτέ δεν τελειώνει, μα ξαναγεννιέται αδιάκοπα.»

Το παιδί σκέφτηκε για λίγο. Δεν ήξερε τι σημαίνει «αέναος κύκλος», μα ένιωθε. Έσφιξε το ποτιστήρι κοντά του σαν να ήταν φυλαχτό. «Θα σας περιμένω, λοιπόν. Αλλά… αν φύγετε, θα μείνω μόνος μου;»

Μια βυσσινιά τουλίπα έγειρε προς το μέρος του. «Όχι. Δεν θα σε αφήσουμε ούτε μια στιγμή. Το φθινόπωρο θα σου φέρει τα φύλλα που ψιθυρίζουν, o χειμώνας τα κρύσταλλα της πάχνης που αστράφτουν, και η άνοιξη πάλι εμάς. Δεν θα είσαι ποτέ μόνος σου πια, γιατί η γη ποτέ δεν αφήνει μόνο του ένα παιδί που την αγαπά.»

Το παιδί άπλωσε το χέρι του κι ακούμπησε ευγενικά τα πέταλα της σαν να αγγίζει το μάγουλο της μητέρας του με ένα νοτισμένο φιλί αγάπης και τρυφερότητας. Μια στάλα νερό έπεσε πάνω του, αλλά δεν ήξερε αν ήταν δάκρυ ή δροσοσταλιά.

Ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τους λόφους. Οι σκιές ξεμάκραιναν, κι ένα αεράκι έφερε μαζί του την πρώτη ψύχρα του φθινοπώρου. Το παιδί αναστέναξε, αλλά έμεινε εκεί, ανάμεσα στις τουλίπες, κρατώντας στην καρδιά του τις γλυκές φωνές τους.

Κι όταν σηκώθηκε να φύγει, τα λουλούδια έγειραν απαλά προς το μέρος του, σαν να τον αποχαιρετούσαν. Κι ίσως, για μια στιγμή, να έμοιαζε σαν να προσεύχονταν για εκείνον το μικρό κηπουρό της ψυχής τους.

Το παιδί στεκόταν ακόμη ανάμεσα στις τουλίπες, όταν ένιωσε πως ο αέρας άλλαξε. Δεν ήταν πια το γλυκό άρωμα του καλοκαιριού, ήταν μια πνοή δροσερή, γεμάτη υγρασία, σαν ανάσα πελώρια που ακουμπούσε στις ρίζες του καταπράσινου δάσους.

Από την ομίχλη που υψωνόταν στο βάθος του λιβαδιού, φάνηκε μια μορφή παράξενη. Δεν ήταν ούτε άντρας ούτε γυναίκα, μα κάτι διαφορετικό που δεν μπορούσε να προσδιορίσει, με μανδύα φτιαγμένο από φύλλα που άλλαζαν χρώματα χρυσά, κόκκινα, καστανά, που έτρεμαν σαν να είχαν ζωή. Τα μαλλιά του θύμιζαν στάχυα ώριμα, και τα μάτια του είχαν τη θλίψη και τη γλυκύτητα της δύσης του ήλιου.

Το παιδί δεν φοβήθηκε. Τα μάτια του γέμισαν απορία, όπως μόνο ένα παιδί ξέρει να κοιτάζει.

«Ποιος είσαι;» τον ρώτησε με απορία.

Η μορφή χαμογέλασε, κι η φωνή του ακούστηκε σαν ένα απαλό θρόισμα στα κλαδιά των δέντρων. «Είμαι το Φθινόπωρο. Έρχομαι κάθε χρόνο να μαζέψω ό,τι ωρίμασε, να απλώσω τη σιωπή μου, να προετοιμάσω τον κόσμο για τον λήθαργο του χειμώνα.»

Το παιδί κατέβασε το βλέμμα στις τουλίπες και ψιθύρισε με αγωνία:
«Μην τις πάρεις. Είναι φίλες μου…»

Το Φθινόπωρο γονάτισε μπροστά του, και τα φύλλα του μανδύα του άγγιξαν το χώμα. «Δεν τις παίρνω, μικρέ μου φίλε. Μόνο τις ξεκουράζω. Τις βάζω να κοιμηθούν, για να ξυπνήσουν ξανά όταν έρθει η ώρα τους. Ό,τι αγαπάς, δεν χάνεται απλώς αλλάζει μορφή.»

Το παιδί άγγιξε τον μανδύα του. Ένα φύλλο ξεκόλλησε και έπεσε στην παλάμη του ήταν ζεστό, σαν να πάλλονταν με σφυγμό. «Κι εγώ;» ψιθύρισε. «Τι πρέπει να κάνω όσο θα λείπουν;»

Το Φθινόπωρο άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε τα μαλλιά του παιδιού.
«Να περιμένεις. Να φυλάς μέσα σου τη μνήμη τους. Να μαθαίνεις πως κάθε πράγμα έχει τον καιρό του κι η αναμονή είναι κι αυτή μια μορφή αγάπης.»

Το παιδί κοίταξε γύρω του τα λουλούδια που έγερναν ήσυχα, σαν να συμφωνούσαν. Κι ένιωσε τότε μια γαλήνη που δεν είχε ξανανιώσει.

Το Φθινόπωρο σηκώθηκε, κι ο μανδύας του έλαμψε με τα χρώματα του δειλινού.
«Θα σε δω ξανά μικρέ μου φίλε. Κι όταν θα φύγω, θα έρθει άλλος στη θέση μου, ο Χειμώνας. Μα θυμήσου: Πως μέσα από κάθε σιωπή, κρύβεται μια υπόσχεση επιστροφής.»

Κι έτσι, καθώς η μορφή του χανόταν στην ομίχλη, το παιδί έμεινε με το φύλλο στην παλάμη του. Το κράτησε σφιχτά, σαν φυλαχτό. Ήξερε πια πως οι τουλίπες θα γύριζαν, κι ήξερε και κάτι ακόμη, ότι η αγάπη του είχε γίνει μέρος του δικού του αέναου κύκλου. Το παιδί έσκυψε στο χώμα και κρατώντας το φύλλο στην παλάμη του, άφησε την καρδιά του να ψιθυρίσει:

«Φθινόπωρο,
μη με φοβίσεις με τη σιωπή σου.
Δίδαξέ με να περιμένω,
να ακούω τη γη όταν ανασαίνει,
να βλέπω ζωή ακόμη και στη γυμνότητα των δέντρων.

Τουλίπες,
φίλες μου φωτεινές,
αν πέσετε στο χώμα,
θα σας κρατήσω μέσα μου σαν φυλαχτό.
Θα σας ποτίζω με μνήμη,
θα σας ζεσταίνω με την ανάσα μου.

Κι όταν ξανάρθετε την άνοιξη,
να ξέρετε πως ποτέ δεν ήσασταν μόνες
σας περίμενα,
όπως το παιδί που περιμένει το χάδι,
όπως το χώμα που περιμένει τη βροχή.»

Και καθώς το δειλινό σκέπαζε ολόγυρα το ήρεμο τοπίο της φύσης, το παιδί ένιωσε πως όλος του ο κόσμος έγινε μια πελώρια αγκαλιά, ο ουρανός, τα λουλούδια, το ίδιο το Φθινόπωρο.

 

 

 

© By Mina Boulekou


https://www.fractalart.gr/enas-mikros-kipoyros-stin-agkalia-toy-fthinoporoy/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.